THE BULLET POINT "PREVIEW"
Η αξία των πωλήσεων φαρμάκων που καταγράφει ο ΕΟΦ έφτασε το 2025 τα 9,59 δισ. ευρώ, σε τιμές λιανικής και νοσοκομείου. Οι εξαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων από την Ελλάδα ήταν 2,8 δισ. ευρώ το 2024.
Μεγάλοι Έλληνες παραγωγοί, όπως η ΕΛΠΕΝ και η DEMO, εξάγουν από 70% έως πάνω από 80% της παραγωγής τους. Η Boehringer Ingelheim είναι η μόνη από τις μεγάλες πολυεθνικές των καινοτόμων φαρμάκων με δικό της εργοστάσιο στη χώρα.
Η συμμετοχή της φαρμακοβιομηχανίας στη φαρμακευτική δαπάνη εκτιμήθηκε το 2024 στα 4,6 δισ. ευρώ, έναντι δημόσιας χρηματοδότησης περίπου 3 δισ. ευρώ.
Το 2025 η αξία των πωλήσεων φαρμάκων που καταγράφει ο ΕΟΦ έφτασε τα 9,59 δισ. ευρώ, 7% περισσότερα από την προηγούμενη χρονιά. Από αυτά, 5,47 δισ. αφορούσαν φαρμακεία και φαρμακαποθήκες και 4,12 δισ. νοσοκομεία. Το ποσό δεν είναι ο τζίρος των εταιρειών, γιατί ο ΕΟΦ μετρά τα φαρμακεία σε τιμές λιανικής και τα νοσοκομεία σε νοσοκομειακές τιμές, πριν από επιστροφές και εκπτώσεις.
Πίσω του, όμως, υπάρχουν δύο κυρίαρχα επιχειρηματικά μοντέλα. Το πρώτο έχει στο κέντρο του την παραγωγή στην Ελλάδα και τις εξαγωγές. Το δεύτερο στηρίζεται κυρίως σε φάρμακα που παράγονται στο διεθνές δίκτυο των πολυεθνικών, μαζί με επενδύσεις σε κλινική έρευνα, τεχνολογία και υπηρεσίες. Ανάμεσά τους υπάρχουν εταιρείες που δείχνουν ότι τα δύο μοντέλα μπορούν να συνυπάρξουν.
Οι Έλληνες που φτιάχνουν
Οι μεγάλες ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες έχουν ισχυρή παραγωγική βάση, και αρκετές στέλνουν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής τους στο εξωτερικό. Η ΕΛΠΕΝ, με εργοστάσια στο Πικέρμι και την Κερατέα και περίπου 2.000 εργαζόμενους, εξάγει, σύμφωνα με την ίδια, το 70% της παραγωγής της σε περισσότερες από 90 χώρες. Το 2025, για πρώτη φορά, οι πωλήσεις της στο εξωτερικό ξεπέρασαν τις πωλήσεις στην Ελλάδα. Η DEMO εξάγει, σύμφωνα με την εταιρεία, πάνω από το 80% της παραγωγής της σε 86 χώρες. Στην Τρίπολη χτίζει νέο παραγωγικό κόμβο, όπου θα φτιάχνει τόσο τις δραστικές ουσίες, δηλαδή τις πρώτες ύλες των φαρμάκων, όσο και τα τελικά φάρμακα. Η Rafarm εξάγει από την Παιανία σε περισσότερες από 60 χώρες.
Η Vianex τιμολόγησε το 2025 487,9 εκατ. ευρώ. Μετά τις επιστροφές και τις εκπτώσεις που καταγράφει η εταιρεία, ο καθαρός κύκλος εργασιών της διαμορφώθηκε στα 378,8 εκατ. Το καλοκαίρι εγκαινίασε νέο κέντρο έρευνας στην Πάτρα. Η Lavipharm φτιάχνει στην Παιανία διαδερμικά επιθέματα, δηλαδή φάρμακα που περνούν στον οργανισμό μέσα από το δέρμα. Φέτος απέκτησε από τη Janssen τα δικαιώματα του Durogesic, επιθέματος για τον χρόνιο πόνο, σε 24 χώρες.
Γύρω τους υπάρχει ένα ευρύτερο δίκτυο μονάδων. Ο όμιλος Τσέτη παράγει μέσω των Uni-Pharma και InterMed, και η Galenica στη Χαλκίδα και το Κρυονέρι. Η Help παράγει στα Ιωάννινα, όπου έχει τη μόνη μονάδα παραγωγής φαρμάκων στην Ήπειρο. Η PharmaPath λειτουργεί εργοστάσιο στην Αττική που απέκτησε από την Teva, και η Rontis έχει μονάδα στη Λάρισα. Στην Τρίπολη αναπτύσσεται νέος πόλος, με τις επενδύσεις της DEMO, της Win Medica του ομίλου ΕΛΠΕΝ και της FARAN, που σχεδιάζει μονάδα για ενέσιμα και αργότερα για βιοτεχνολογικά φάρμακα. Συνολικά, οι εξαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων από την Ελλάδα έφτασαν το 2024 τα 2,8 δισ. ευρώ, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ και τον ΣΦΕΕ, δηλαδή το 5,7% όλων των ελληνικών εξαγωγών αγαθών.
Μονάδες σε χέρια διεθνών ομίλων και funds
Η Famar, με εργοστάσια στην Ανθούσα, τον Αυλώνα και τον Άλιμο, είναι πλέον διεθνής όμιλος που αναπτύσσει και φτιάχνει φάρμακα για λογαριασμό άλλων εταιρειών. Από τον Οκτώβριο του 2024 την ελέγχει το ευρωπαϊκό fund MidEuropa. Η Genepharm, με εργοστάσιο στην Παλλήνη, ανήκει από το 2019 στην ιορδανική MS Pharma.
Το ρίσκο πίσω από τη διεθνή ανάπτυξη
Η Pharmathen ελέγχεται από το ελβετικό fund Partners Group. Είναι από τις πιο εξαγωγικές εταιρείες του κλάδου, και η αγορά των ΗΠΑ έχει μεγάλη θέση στα σχέδιά της. Οι πωλήσεις της έπεσαν το 2024 στα 250,5 εκατ. ευρώ, από 317,2 εκατ. τον προηγούμενο χρόνο, και η χρονιά έκλεισε με ζημιές. Τον Νοέμβριο του 2025 η αμερικανική FDA έκανε έλεγχο στο εργοστάσιο των Σαπών. Εντόπισε σοβαρές παραβάσεις των κανόνων ορθής παραγωγής, κυρίως στην παραγωγή στείρων φαρμάκων και στην προστασία τους από μικροβιακή επιμόλυνση. Την άνοιξη του 2026 έβαλε τη μονάδα σε λίστα που επιτρέπει στις ΗΠΑ να σταματούν τα φορτία της στα σύνορα. Ο όμιλος προχώρησε σε αναδιάρθρωση της χρηματοδότησής του, συνολικού ύψους έως 664,5 εκατ. ευρώ.
Η περίπτωση δείχνει έναν από τους κινδύνους της διεθνούς ανάπτυξης στη φαρμακοβιομηχανία. Όταν μεγάλο μέρος των πωλήσεων εξαρτάται από συγκεκριμένες μονάδες, εγκρίσεις και μεγάλες αγορές, ένα πρόβλημα συμμόρφωσης μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερες οικονομικές διαστάσεις και να φτάσει μέχρι τη χρηματοδότηση ολόκληρης της εταιρείας.

Οι διεθνείς όμιλοι: θεραπείες, υπηρεσίες και συνεργασίες στην παραγωγή
Στο άλλο μοντέλο βρίσκονται οι ελληνικές θυγατρικές των μεγάλων διεθνών ομίλων: Pfizer, Novartis, AstraZeneca, Sanofi, Roche, MSD, GSK, Novo Nordisk, AbbVie, Janssen, BMS, Gilead, Bayer και άλλες. Μέσα από αυτές φτάνει στην ελληνική αγορά μεγάλο μέρος των νέων θεραπειών, για τον καρκίνο, τον διαβήτη και τις σπάνιες παθήσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν παράγονται εδώ φάρμακά τους. Ελληνικές μονάδες, όπως η Famar, αναλαμβάνουν παραγωγή για λογαριασμό διεθνών ομίλων, και έτσι συνδέουν στην πράξη τα δύο μοντέλα.
Η Boehringer Ingelheim είναι η μόνη από τις μεγάλες πολυεθνικές των καινοτόμων φαρμάκων με δικό της εργοστάσιο στην Ελλάδα. Το εργοστάσιο βρίσκεται στο Κορωπί και λειτουργεί από το 1975. Σύμφωνα με την εταιρεία, οι εξαγωγές του ξεπέρασαν το 1 δισ. ευρώ ήδη από το 2022. Η εταιρεία έχει επενδύσει εκεί 120 εκατ. ευρώ σε νέα πτέρυγα, που αυξάνει την παραγωγή και για την αμερικανική αγορά. Η Pfizer διάλεξε διαφορετικό δρόμο. Δεν παράγει φάρμακα στην Ελλάδα, αλλά στη Θεσσαλονίκη έχει χτίσει τέσσερα κέντρα που εξυπηρετούν όλο τον όμιλο: ψηφιακής τεχνολογίας, οικονομικών υπηρεσιών, ασφάλειας φαρμάκων και κλινικής έρευνας. Η ελληνική εταιρεία είχε στη χρήση 2025 καθαρό κύκλο εργασιών 305,5 εκατ. ευρώ.
Όταν οι επιστροφές τρώνε πάνω από το μισό της τιμολόγησης
Στους τζίρους των φαρμακευτικών εταιρειών κρύβεται ένα ιδιαίτερα ελληνικό φαινόμενο. Η AstraZeneca τιμολόγησε το 2025 στην Ελλάδα 425 εκατ. ευρώ, και από αυτά 225,3 εκατ., δηλαδή πάνω από τα μισά, αφαιρέθηκαν μέσω clawback και υποχρεωτικών εκπτώσεων. Ο λόγος είναι ο μηχανισμός του clawback: όταν η φαρμακευτική δαπάνη ξεπερνά τον δημόσιο προϋπολογισμό που έχει προβλεφθεί, οι εταιρείες καλούνται να επιστρέψουν το ποσό της υπέρβασης. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ και τον ΣΦΕΕ, η συμμετοχή της φαρμακοβιομηχανίας στη φαρμακευτική δαπάνη εκτιμήθηκε το 2024 στα 4,6 δισ. ευρώ, έναντι δημόσιας χρηματοδότησης περίπου 3 δισ. Ήταν η τρίτη συνεχόμενη χρονιά που η συμμετοχή του κλάδου ξεπέρασε τη δημόσια χρηματοδότηση. Παράλληλα, υπάρχει ένας μηχανισμός κινήτρων: οι εταιρείες μπορούν να συμψηφίζουν μέρος του clawback με επενδύσεις σε παραγωγή και έρευνα. Για επενδύσεις των ετών 2024–2025 προβλέπονται γι’ αυτό έως 150 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Η οπτική μας
Η διαφορά δεν βρίσκεται μόνο στο ποιος είναι πιο χρήσιμος για τη χώρα. Βρίσκεται στο είδος της αξίας που αφήνει πίσω του. Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία έχει χτίσει παραγωγή, τεχνογνωσία και εξαγωγές. Οι διεθνείς όμιλοι φέρνουν νέες θεραπείες, κλινικές μελέτες και θέσεις υψηλής εξειδίκευσης. Στην πράξη, όμως, τα όρια ανάμεσα στα δύο μοντέλα γίνονται όλο και λιγότερο καθαρά. Ελληνικά εργοστάσια παράγουν για διεθνείς ομίλους, ξένα κεφάλαια ελέγχουν παραγωγικές μονάδες στην Ελλάδα, και μια πολυεθνική όπως η Boehringer έχει εδώ παραγωγική και εξαγωγική βάση. Δεν πρόκειται για δύο ξεχωριστούς κόσμους, αλλά για μία αλυσίδα.
Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα δεν είναι η εθνικότητα του μετόχου. Είναι πόσο μεγαλύτερο μέρος της αλυσίδας αξίας του φαρμάκου μπορεί να μείνει στην Ελλάδα. Εργοστάσια υπάρχουν, νέες επενδύσεις επίσης, και οι διεθνείς πελάτες δεν λείπουν. Το επόμενο βήμα είναι δυσκολότερο: περισσότερη έρευνα, περισσότερα προϊόντα ελληνικής ανάπτυξης, παραγωγή υψηλότερης αξίας και μεγαλύτερος ρόλος της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή αλυσίδα του φαρμάκου.

GOOD TO KNOW
Από τα 173 νέα φάρμακα που εγκρίθηκαν στην Ευρώπη την περίοδο 2020–2023, μόνο τα 75, δηλαδή το 43%, ήταν διαθέσιμα στην ελληνική αγορά, σύμφωνα με τα στοιχεία ΙΟΒΕ–ΣΦΕΕ.
Η εξαγορά ελληνικών φαρμακοβιομηχανιών από ξένους δεν είναι καινούργια. Το 2011 η αμερικανική Watson αγόρασε την ελληνική Specifar έναντι 400 εκατ. ευρώ.