Gucci: Όλοι την ξέρουν, λιγότεροι μπαίνουν στα καταστήματα

Ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους οίκους πολυτελείας του κόσμου έχασε πάνω από 1,6 δισ. ευρώ πωλήσεων μέσα σε έναν χρόνο, και το τρίτο τρίμηνο του 2026 η πτώση επιταχύνθηκε ξανά. Η Gucci δεν χρειάζεται να θυμίσει ποια είναι. Χρειάζεται να ξαναγίνει επιθυμητή.

Gucci: Όλοι την ξέρουν, λιγότεροι μπαίνουν στα καταστήματα

THE BULLET POINT "PREVIEW"

Οι πωλήσεις της Gucci έπεσαν 6% σε σταθερές ισοτιμίες το τρίτο τρίμηνο του 2026, μετά από πτώση 2% στο δεύτερο. Το 2025 είχαν ήδη υποχωρήσει 22%, στα 5,99 δισ. ευρώ.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι λιγότεροι πελάτες φτάνουν στα καταστήματα, κυρίως στην ηπειρωτική Κίνα και στην Ιαπωνία. Από όσους μπαίνουν, όμως, μεγαλύτερο ποσοστό καταλήγει σε αγορά, ενώ ανεβαίνει και η μέση αξία συναλλαγής.

Η Kering απαντά με τον Demna, καλύτερο προϊόν, έμφαση στις τσάντες και λιγότερα καταστήματα, ενώ οι υπόλοιποι οίκοι μόδας του ομίλου αυξάνουν τις πωλήσεις στα καταστήματά τους.

6 MIN READ

Μια τσάντα Gucci εξακολουθεί να είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα πολυτέλειας στον κόσμο. Το μονόγραμμα, οι πράσινες και κόκκινες ρίγες και το όνομα του ιταλικού οίκου παραπέμπουν αμέσως σε υψηλές τιμές, ιστορία και κοινωνικό κύρος. Δεν χρειάζεται κανείς να ξέρει τη συλλογή ή τον σχεδιαστή για να αναγνωρίσει το brand.

Μόνο που στην πολυτέλεια η αναγνωρισιμότητα δεν αρκεί πάντα για να φέρει πωλήσεις. Ένα προϊόν μπορεί να παραμένει διάσημο, ακριβό και επιθυμητό για πολλούς, χωρίς να διατηρεί την ίδια εμπορική δύναμη. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα της Gucci σήμερα.

Στις 22 Οκτωβρίου 2026, η μητρική Kering ανακοίνωσε ότι οι πωλήσεις του ιταλικού οίκου το τρίτο τρίμηνο έφτασαν τα 1,29 δισ. ευρώ, μειωμένες κατά 6% σε σταθερές ισοτιμίες. Το δεύτερο τρίμηνο η πτώση είχε περιοριστεί στο 2% και έδειχνε ότι η ανάκαμψη ίσως πλησίαζε. Το τρίτο τρίμηνο επιταχύνθηκε ξανά.

Η εικόνα είναι ακόμη πιο καθαρή αν κοιτάξει κανείς λίγο πιο πίσω. Το 2025 οι πωλήσεις της Gucci περιορίστηκαν στα 5,99 δισ. ευρώ, από 7,65 δισ. το 2024: πτώση 22%. Και το 2024 είχε ήδη προηγηθεί μεγάλη μείωση.

Το παράδοξο της πολυτέλειας: όλοι σε ξέρουν, αλλά δεν σε αγοράζουν

Η Gucci δεν έχει πρόβλημα αναγνωρισιμότητας. Η ιστορία της ξεκινά το 1921 στη Φλωρεντία, όταν ο Guccio Gucci ίδρυσε μια μικρή επιχείρηση δερμάτινων ειδών και αποσκευών, εμπνευσμένος από τους εύπορους ταξιδιώτες που είχε γνωρίσει δουλεύοντας στο ξενοδοχείο Savoy του Λονδίνου. Από τότε, ο οίκος απέκτησε σχέδια με σχεδόν ιστορική υπόσταση: την τσάντα Bamboo (1947), τα Horsebit loafers (1953) και την Jackie, που πήρε το όνομά της από τη Jackie Kennedy.

Η ιστορία όμως δεν εγγυάται τις αυριανές πωλήσεις. Στην πολυτέλεια, ο καταναλωτής δεν πληρώνει μόνο το υλικό και την κατασκευή. Πληρώνει την ιστορία, την κοινωνική σημασία και, κυρίως, την επιθυμία που δημιουργεί το προϊόν.

Από τον Tom Ford στον Demna: η Gucci αλλάζει ξανά πρόσωπο

Ο οίκος έχει αποδείξει ότι μπορεί να αναγεννηθεί μέσα από μια ισχυρή δημιουργική ταυτότητα. Το 1994, ο Tom Ford τον συνέδεσε με μια πιο προκλητική, αισθησιακή εικόνα. Το 2015, ο Alessandro Michele έφερε μια εντελώς διαφορετική αισθητική, γεμάτη χρώματα και εκκεντρικούς συνδυασμούς. Δύο διαφορετικές κατευθύνσεις με κάτι κοινό: έδωσαν στον κόσμο της μόδας λόγο να μιλά ξανά για την Gucci.

Μετά τον Michele, ο Sabato De Sarno επιχείρησε μια πιο συγκρατημένη προσέγγιση, που δεν κατάφερε να αντιστρέψει την πτώση. Τον Μάρτιο του 2025, ο οίκος στράφηκε στον Demna, τον σχεδιαστή που είχε συνδεθεί με τη μεταμόρφωση της Balenciaga.

Στις 27 Φεβρουαρίου 2026, στο Μιλάνο, ο Demna παρουσίασε την πρώτη του επίδειξη για τον οίκο, με τίτλο «Gucci Primavera». Επιχείρησε να επανασυνδέσει ιστορικούς κώδικες της Gucci με τη δική του δημιουργική γλώσσα.

Το στοίχημα όμως δεν θα κριθεί στην πασαρέλα. Θα κριθεί όταν οι νέες συλλογές φτάσουν στον πελάτη, και αυτό γίνεται σταδιακά μέσα στο 2026. Η ίδια η Kering αποδίδει την επιδείνωση του τρίτου τριμήνου και σε δυσκολότερη σύγκριση με πέρσι και σε μικρότερη ώθηση από τις νέες συλλογές σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο.

Όταν λιγότεροι πελάτες μπαίνουν στα καταστήματα

Το τρίτο τρίμηνο του 2026, οι πωλήσεις της Gucci στα δικά της καταστήματα και στο ηλεκτρονικό κατάστημα μειώθηκαν κατά 9% σε σταθερές ισοτιμίες. Η Kering αναγνώρισε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η επισκεψιμότητα. Από όσους φτάνουν στα καταστήματα, μεγαλύτερο ποσοστό καταλήγει σε αγορά, ενώ ανεβαίνουν η μέση τιμή και η μέση αξία συναλλαγής. Αυτό όμως δεν αρκεί όταν λιγότεροι άνθρωποι φτάνουν μέχρι την πόρτα.

Η πίεση είναι εντονότερη στην Ασία, κυρίως στην ηπειρωτική Κίνα και στην Ιαπωνία, ενώ η Βόρεια Αμερική αποδείχθηκε η πιο ανθεκτική αγορά. Η Κίνα έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί ήταν για χρόνια βασικός μοχλός ανάπτυξης για όλη την παγκόσμια βιομηχανία πολυτελείας. Όταν οι Κινέζοι καταναλωτές γίνονται πιο επιλεκτικοί, το βλέπουν αμέσως τα αποτελέσματα των ευρωπαϊκών ομίλων.

Υπάρχει και μια ευρύτερη πρόκληση για την πολυτέλεια. Οι αυξήσεις τιμών λειτουργούν όσο ο καταναλωτής θεωρεί ότι το προϊόν, το brand και η εμπειρία δικαιολογούν το premium. Όταν αυτή η εξίσωση αμφισβητείται, η υψηλή τιμή από μόνη της δεν δημιουργεί επιθυμία. Ο καταναλωτής μπορεί να στραφεί σε έναν ανταγωνιστή, σε μεταχειρισμένα είδη πολυτελείας ή απλώς να αναβάλει την αγορά.

Λιγότερα καταστήματα, καλύτερα προϊόντα

Ο Luca de Meo, που ανέλαβε τη διεύθυνση της Kering το 2025, έχει βάλει την ανάκαμψη της Gucci στην κορυφή των προτεραιοτήτων του ομίλου. Η στρατηγική περιλαμβάνει καλύτερη ποιότητα, αναδιάρθρωση των συλλογών, προσαρμογές στις τιμές και μεγαλύτερη έμφαση στις τσάντες, τη βασική κατηγορία του οίκου.

Παράλληλα, η Kering μικραίνει το δίκτυό της. Στους πρώτους εννέα μήνες του 2026 έκλεισε καθαρά 105 καταστήματα σε όλο τον όμιλο, ξεπερνώντας ήδη τον αρχικό ετήσιο στόχο των 100. Από αυτά, σύμφωνα με την εταιρεία, τα 25 ήταν της Gucci. Ο στόχος για όλη τη χρονιά αυξήθηκε σε τουλάχιστον 125.

Για πολλά χρόνια, η επιτυχία ενός παγκόσμιου brand πολυτελείας μετριόταν και από το πόσα καταστήματα άνοιγε στις ακριβότερες αγορές του κόσμου. Σήμερα, ακόμη και η συρρίκνωση του δικτύου μπορεί να είναι μέρος μιας στρατηγικής ανάκαμψης.

Δεν είναι όμως εύκολη εξίσωση. Ένα πολύ μεγάλο δίκτυο επιβαρύνει την αποδοτικότητα, ενώ ένα υπερβολικά περιορισμένο μειώνει τις ευκαιρίες πώλησης. Η Kering πρέπει να βρει το σωστό μέγεθος χωρίς να απομακρύνει τους πελάτες που προσπαθεί να ξανακερδίσει.

Η Gucci πρέπει να ξαναγίνει κάτι περισσότερο από ένα λογότυπο

Την ίδια περίοδο, οι πωλήσεις στα καταστήματα των υπόλοιπων οίκων μόδας και δερμάτινων ειδών της Kering, χωρίς την Gucci, αυξήθηκαν κατά 2% σε σταθερές ισοτιμίες. Η δύσκολη συγκυρία, δηλαδή, δεν εξηγεί από μόνη της τη διαφορά στην πορεία των brands.

Η περίπτωση της Gucci έχει ευρύτερη σημασία για τη βιομηχανία πολυτελείας. Δείχνει ότι ακόμη και τα ισχυρότερα ονόματα χρειάζονται συνεχή ανανέωση, και ότι η ανανέωση δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια διαφημιστική καμπάνια ή στην αλλαγή ενός σχεδιαστή.

Για την Gucci, η επόμενη περίοδος θα κριθεί από τις συλλογές, την πορεία των καταστημάτων και την ικανότητα της νέας διοίκησης να συνδέσει την υψηλή τιμή με ένα προϊόν που οι πελάτες θεωρούν πραγματικά ξεχωριστό.

Έναν αιώνα μετά την ίδρυσή της, η εταιρεία εξακολουθεί να έχει κάτι που δεν αγοράζεται εύκολα: ιστορία, παγκόσμια αναγνωρισιμότητα και εμβληματικά σχέδια. Εκείνο που δεν μπορεί να αγοράσει με την ίδια ευκολία είναι η επιθυμία του κοινού.

Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία της πολυτέλειας. Μπορείς να τυπώσεις το λογότυπό σου πάνω σε μια τσάντα, να ανεβάσεις την τιμή της και να τη βάλεις σε μια εντυπωσιακή βιτρίνα. Δεν μπορείς όμως να υποχρεώσεις κανέναν να τη θέλει. Η Gucci δεν χρειάζεται να θυμίσει στον κόσμο ποια είναι. Χρειάζεται να του δώσει έναν καινούργιο λόγο να την επιθυμεί.

GOOD TO KNOW

Η Gucci βρίσκεται σήμερα στον όμιλο Kering της οικογένειας Pinault χάρη σε μία από τις σκληρότερες μάχες εξαγοράς στην ιστορία της πολυτέλειας. Το 1999, η LVMH του Bernard Arnault άρχισε να αγοράζει μετοχές της Gucci με στόχο να την ελέγξει. Η διοίκηση της Gucci, με τον Domenico De Sole και τον Tom Ford, βρήκε «λευκό ιππότη» τον François Pinault. Η εταιρεία του, η PPR, μπήκε στο μετοχικό κεφάλαιο και απέκρουσε τον Arnault.

Η μάχη κράτησε χρόνια και έληξε το 2004, όταν η PPR απέκτησε τον πλήρη έλεγχο. Τότε αποχώρησαν και οι De Sole και Ford. Η PPR μετονομάστηκε Kering το 2013, και η Gucci έγινε η «καρδιά» του ομίλου. Γι’ αυτό σήμερα η πορεία της Gucci κρίνει την πορεία όλης της Kering.

Συνδεθείτε εδώ
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.
THETOTALBUSINESS
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.