30 Μάι 2024
READING

Η εκδίκηση του Gutenberg

5 MIN READ

Η εκδίκηση του Gutenberg

Η εκδίκηση του Gutenberg

Ο τομέας των μέσων μαζικής ενημέρωσης και της ψυχαγωγίας, έχει μια μακρά ιστορία υιοθέτησης ανατρεπτικών καινοτομιών, από το τυπογραφείο στον προσωπικό υπολογιστή. Αλλά η ταχεία αλλαγή από τη φυσική σε ψηφιακή μορφή, κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας περίπου, ήταν πραγματικά επαναστατική. Γενικά, τα φυσικά μέσα έχουν υποστεί πολλά. Οι τυπωμένες εφημερίδες και τα περιοδικά έχουν μεταφερθεί σε ηλεκτρονικές εκδόσεις, ενώ τα DVD και τα CD έχουν αντικατασταθεί από υπηρεσίες online προβολής ταινιών και παροχής ψηφιακής μουσικής.

Αλλά η παλαιότερη μορφή φυσικών μέσων μαζικής ενημέρωσης διατηρείται αρκετά καλά. Σύμφωνα με το Global Entertainment & Media Outlook της PwC 2018-2022, η καταναλωτική αγορά που ασχολείται με τα φυσικά, τυπωμένα βιβλία διατηρεί τη δύναμή της σε έναν ολοένα και περισσότερο ψηφιακό κόσμο. Μεταξύ 2018 και 2022, οι πωλήσεις φυσικών βιντεοπαιχνιδιών, μηχανημάτων προβολής βίντεο και μουσικής, αναμένεται να μειωθούν σταδιακά ανά χρόνο, και σε ορισμένες περιπτώσεις κατά διψήφια ποσοστά.

Αντίθετα, οι πωλήσεις φυσικών βιβλίων αναμένεται να σημειώσουν μέτριο ρυθμό ανάπτυξης, περίπου 1% το χρόνο, κάθε χρόνο. Μέχρι το 2022, η PwC αναμένει ότι οι καταναλωτές σε όλο τον κόσμο θα ξοδέψουν 50,3 δισεκατομμύρια δολάρια σε βιβλία φυσικής ή ακουστικής (δηλαδή μη ηλεκτρονικής) μορφής, έναντι 47,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2017.

Τον Μάιο, η Ένωση Αμερικανικών Εκδοτών (AAP) ανέφερε ότι στις ΗΠΑ, τα έντυπα βιβλία, ειδικά τα hardbacks, παραμένουν πηγή ανάπτυξης, για τους σχεδόν 1.200 εκδότες της ένωσης. Το μηνιαίο report αποκάλυψε ότι τα έσοδα από βιβλία που σχετίζονται με το εμπόριο ,τον καταναλωτισμό, αυξήθηκαν κατά 96 εκατομμύρια δολάρια (1,3%), στα 7,6 δισεκατομμύρια δολάρια από το 2016 έως το 2017.

Η αύξηση οφείλεται σε άνοδο των εσόδων κατά 3% στην κατηγορία των ενηλίκων βιβλίων, ποσοστό που υπολογίζεται στο 65% όλων των εσόδων που προέκυψαν από τις πωλήσεις των βιβλίων εμπορίου.

Την ίδια στιγμή, το κίνημα της προτροπής ενασχόλησης με Kindles και Nooks, έχει “βρει τοίχο”. Σύμφωνα με την AAP, οι πωλήσεις ηλεκτρονικών βιβλίων το 2017 μειώθηκαν για τρίτη συνεχή χρονιά, μείον 4,7% από το 2016, σε 1,1 δισ. δολάρια από 1,16 δισ. δολάρια.

Τι αποφέρει κέρδη; Υπάρχουν πολλοί παράγοντες.

“Οι άνθρωποι αγαπούν τα τυπωμένα βιβλία για μερικούς λόγους”, λέει η Marisa Bluestone, διευθυντής επικοινωνιών για την AAP, επικαλούμενη την ακρίβεια των βιβλίων σε σχέση με άλλα φυσικά μέσα πληροφοριών. “Η αίσθηση του χαρτιού στα χέρια τους, η μυρωδιά των βιβλίων, η ύπαρξη μιας βιβλιοθήκης στα σπίτια τους”, εξηγεί η Bluestone ότι είναι σημαντικοί παράγοντες, που υποστηρίζουν τη συνεχή ανάπτυξη των πωλήσεων των φυσικών βιβλίων.

Ο Jim Milliot, διευθυντής σύνταξης στο Weekly Publishers, επισημαίνει την προσοχή, στο σύμπτωμα του cyber-life που είναι γνωστό ως κόπωση λόγω της οθόνης. “Οι άνθρωποι που κοιτάζουν τις οθόνες τους όλη την ημέρα στο γραφείο, δεν θέλουν να γυρνάνε στο σπίτι και να κοιτάζουν άλλη μια οθόνη”, λέει. “Είναι απόλυτα ευτυχείς αν διαβάσουν ένα καλό, παλιό βιβλίο”.

Τα δημογραφικά στοιχεία έχουν, επίσης, σημαντικό ρόλο, σημειώνει ο James DePonte, συνεργάτης της PwC που συμμετέχει στο E&M Outlook από τη στιγμή της δημιουργίας του πριν από 20 χρόνια. “Αποτελεί γενικά αποδεκτή γνώση ότι τα βιβλία-τα τυπωμένα- απευθύνονται σε μεγαλύτερες ηλικίες”, αναφέρει, προσθέτοντας ότι οι baby boomers θα παραμείνουν στο επίκεντρο της προσοχής για λίγο καιρό ακόμα. Η βιομηχανία έχει, επίσης, ενισχυθεί από ένα νεότερο δημογραφικό κοινό, που αγοράζει τα βιβλία που σχετίζονται με υπερπαραγωγές κινηματογραφικών έργων, συμπεριλαμβανομένων των Harry Potter και The Hunger Games.

Τα επιχειρηματικά μοντέλα που περιβάλλουν τα μέσα ενημέρωσης, ειδικά αυτά που οδηγούν σε χαμηλότερες τιμές μέσω ηλεκτρονικών προβολών ή συνδρομητικών καναλιών, εξηγούν, ακόμη, τις διαφορετικές τροχιές ανάπτυξης των βιβλίων και άλλων φυσικών μέσων. Σκεφτείτε πώς οι αγορές φυσικής μουσικής και το βίντεο έχουν υποτιμηθεί από διάφορα «ενοχλητικά» επιχειρηματικά μοντέλα. Και στις δύο περιοχές, ο κόσμος εξελίχθηκε γρήγορα, ώστε οι καταναλωτές να έχουν πρόσβαση σε πανομοιότυπες ψηφιακές εκδόσεις των φυσικών μέσων, με ένα μικρό μέρος του κόστους.

Μετά από όλη την αναταραχή που δημιουργήθηκε γύρω από την ελεύθερη, peer-to-peer λήψη μουσικής στο Napster, η Apple δημιούργησε το iTunes, στο οποίο πωλούσε τραγούδια για 99 σεντ το καθένα. Ακολούθησαν οι υπηρεσίες ροής μουσικής από την Pandora, το Spotify, το Apple Music και άλλα, οι οποίες σήμερα, προσφέρουν δωρεάν μουσική χωρίς διαφημίσεις ή άλλα επιχειρηματικά μοντέλα παροχής μουσικής, για μόλις 10 δολάρια το μήνα. Οι καταναλωτές μουσικής, μπορούν να “αγοράσουν” πολύ περισσότερη μουσική στην ψηφιακή της μορφή, για πολύ λιγότερα χρήματα, από ό, τι κοστίζουν σε φυσική μορφή.

Υπάρχει άλλος ένας παράγοντας, που συνεχίζει να υποστηρίζει την πώληση φυσικών βιβλίων: η πεισματική επιβίωση των βιβλιοπωλών, ιδιαίτερα των ανεξάρτητων, που έχουν υποστεί μια σειρά από επιθέσεις. “Πρώτα υπήρχαν οι μεγάλοι πωλητές, όπως το Barnes & Noble και το Borders”, λέει η Roxanne Coady, ιδιοκτήτης του Βιβλιοπωλείου R.J. Τζούλια στο Madi, Connecticut , για 30 χρόνια. “Ακολούθησε το Amazon, και στη συνέχεια το Kindle από το Amazon και τα ηλεκτρονικά βιβλία.”

Το Borders, κήρυξε πτώχευση το 2011 και προχώρησε σε εκκαθάριση, ενώ η Barnes & Noble μείωσε το δικτυό της. Αλλά τα ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία μαζεύουν την υπόλοιπη δουλεία. Όπως αναφέρει, ο καθηγητής του Harvard Business School Ryan Raffaelli στο περιοδικό Harvard Business Review, η ανεξάρτητη βιομηχανία βιβλιοπωλείων αντιμετωπίζει “τεχνολογική επανεμφάνιση”, καθώς ο αριθμός των ανεξάρτητων βιβλιοπωλών στις Η.Π.Α αυξήθηκε κατά 35% μεταξύ 2009 και 2015, από 1.651 σε 2.227 καταστήματα.

Δεν εμφανίζεται παρόμοια δυναμική ανάπτυξη, μεταξύ των retailers φυσικής μουσικής και βίντεο. Το Blockbuster έχει φτάσει να έχει ένα και μόνο κατάστημα, στο Όρεγκον. Και οι αλυσίδες καταστημάτων μουσικής όπως η HMV και η Virgin Records έχουν φύγει από το προσκήνιο πολύ καιρό.

«Σίγουρα με τον καιρό, η αγορά θα αλλάξει» αναφέρει ο James DePonte. “Υποψιάζομαι ότι, μακροπρόθεσμα, η συνήθεια της ανάγνωσης βιβλίων θα χάσει δυναμική, με την πάροδο του χρόνου, αν και, σε μικρότερο βαθμό από ό, τι θα συμβεί με άλλα μέσα ενημέρωσης”, λέει. Παρά τα καταστροφικά στοιχεία, “αν τα συγκεντρώσετε όλα αυτά, τα εκτυπωμένα βιβλία έχουν πάει αρκετά καλά, όμως, δεν πιστεύω ότι σε 30 χρόνια θα αντιμετωπίζουμε με τον ίδιο τρόπο”.

Συνδεθείτε παρακάτω
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.