16 Ιούν 2024
READING

Οι τρεις δεκαετίες που άλλαξαν τη ζωή των Ελλήνων χρηστών κινητής τηλεφωνίας

6 MIN READ

Οι τρεις δεκαετίες που άλλαξαν τη ζωή των Ελλήνων χρηστών κινητής τηλεφωνίας

Οι τρεις δεκαετίες που άλλαξαν τη ζωή των Ελλήνων χρηστών κινητής τηλεφωνίας

Πώς φτάσαμε από την Panafon και την Telestet, στην ηγέτιδα Cosmote

Η βέλτιστη ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας, οι ανταγωνιστικές τιμές, η ταχεία διείσδυση της κινητής τηλεφωνίας με γρήγορη ανάπτυξη δικτύου και ένα ισχυρό μερίδιο αγοράς ήταν οι πυλώνες πάνω στους οποίους βασίστηκαν οι πρώτοι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι, όταν αποφάσισαν να εισέλθουν στην παρθένα ελληνική αγορά το 1993.

Η ζήτηση για ιδιώτες επενδυτές

Όλα ξεκίνησαν δύο χρόνια πριν, όταν η τότε κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη είχε αναθέσει στην αμερικανική Credit Suisse First Boston να διερευνήσει το διεθνές επενδυτικό ενδιαφέρον για την παραχώρηση αδειών κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα σε ιδιώτες επενδυτές, αποκλείοντας τον ΟΤΕ από τη διαδικασία, προκειμένου να αναζητηθούν τα μέγιστα δυνατά οικονομικά οφέλη από την πώληση αδειών.

Ήταν η εποχή που η νέα αυτή τεχνολογία είχε αναπτυχθεί στον δυτικό κόσμο, με πρωτοπόρες τις σκανδιναβικές και αγγλοσαξωνικές χώρες – όχι όμως και στην Ελλάδα που ήθελε να κάνει ακόμη ένα πέρασμα στη νέα εποχή, μετά την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης το 1989.

Η Panafon που έγινε Vodafone

Στις 16 Μαρτίου 1992 το διεθνές consortium Panafon ανταποκρίθηκε θετικά και απευθύνθηκε στον τότε αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και υπουργό Επικρατείας και μεγάλων επενδύσεων Τζαννή Τζαννετάκη. Τον Ιούλιο του 1993 ιδρύθηκε η Panafon από τη βρετανική Vodafone Group plc, την γαλλική France Telecom (νυν Orange France), την ελληνική Intracom, συμφερόντων Σωκράτη Κόκκαλη και την αμερικανική DataBank.

Την περίοδο 2001-2002 ξεκίνησε μία νέα εποχή για την εμπορική μάρκα της Panafon, καθώς μετονομάστηκε σε Vodafone. Αργότερα, ο όμιλος Vodafone μέσω της Vodafone Europe B.V. έγινε ο βασικός μέτοχος της με ποσοστό 99,878% των μετοχών. Στο τέλος Ιουνίου του 2010, οι συνδρομητές του δικτύου έφτασαν τους 5.492.000 κάτι που κατέστησε την Vodafone, το δεύτερο δίκτυο κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα.

Το 2014 η Vodafone Ελλάδας κατέχοντας από πριν το 18,4% στην Hellas Online απέκτησε το 72,7% φτάνοντας το 91,1% των μετοχών, ενώ μετέπειτα αγόρασε και τις υπόλοιπες μετοχές φτάνοντας το 100% και μετά από δύο χρόνια, απορροφήθηκε πλήρως από την εταιρεία. Ως HOL ήταν ένας από τους ισχυρότερους ολοκληρωμένους παρόχους ολοκληρωμένων ευρυζωνικών υπηρεσιών στην Ελλάδα.

Το 2018 η Vodafone απέκτησε έναντι 118 εκατομμυρίων ευρώ το 100% της Cyta Ελλάς Τηλεπικοινωνιακή Α.Ε. η οποία ήταν από το 2007 το ελληνικό παράρτημα της ομώνυμης Κυπριακής ημικρατικής μητρικής εταιρείας τηλεπικοινωνιών. Η Cyta Ελλάς, απορροφήθηκε από την εταιρεία, στις 1 Απριλίου 2019 και η Cyta αποχώρησε πλήρως από την ελληνική αγορά, μετά από 12 χρόνια παρουσίας, ενώ οι συνδρομητές της Cyta Ελλάς, εντάχθηκαν και αυτοί στην Vodafone Ελλάδας.

Η Telestet και η εξέλιξη σε Wind και Nova

Λίγες ημέρες πριν από την Panafon, είχε ξεκινήσει την εμπορική της δραστηριότητα στην Ελλάδα η Telestet. Η εταιρεία ιδρύθηκε στα μέσα του 1992 και ήταν ιδιοκτησία της νεοϊδρυθείσας τότε STET Hellas Τηλεπικοινωνίες Α.Ε.Β.Ε. θυγατρικής της ομότιτλης τότε ιταλικής STET–Società Finanziaria Telefonica με πρώτη έδρα την Αθήνα. Αποτέλεσε την πρώτη εταιρεία στην Ελλάδα που της χορηγήθηκε άδεια δημιουργίας εθνικού δικτύου υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας (GSM) από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών στις 30 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους. Για να αποκτηθεί η συγκεκριμένη άδεια, μάλιστα, η Telestet επένδυσε το ποσό των 30 δισ. δρχ. (88 περίπου εκατ. ευρώ) όπου αποτελούσε μία από τις μεγαλύτερες επενδύσεις στην Ελλάδα μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Τον Μάιο του 1997, η Telestet λάνσαρε πρώτη στην Ελλάδα την υπηρεσία καρτοκινητής Bfree. Τον Φεβρουάριο του 2004 το εμπορικό σήμα της εταιρείας άλλαξε σε TIM Hellas, ιδιοκτησία της μετονομασθείσας και ομότιτλης TIM Hellas Α.Ε.Β.Ε, θυγατρικής της ομότιτλης TIM S.p.A. (Telecom Italia Mobile) που ήταν μέρος της Telecom Italia η οποία συγχωνεύτηκε με την STET εφτά χρόνια πριν και μέλος της Freemove, του μεγαλύτερου τηλεπικοινωνιακού οργανισμού στην Ευρώπη, που αποτελείται από την γαλλική Orange, την Deutsche Telekom και την σουηδική Telia Company.

Ένα χρόνο μετά το ποσοστό της ιταλικής μητρικής πέρασε στη βρετανική Apax Partners και την αμερικανική TPG Capital και το 2006 εξαγόρασε την Q.

Το 2007 εξαγοράστηκε από την Weather Investments (μετέπειτα Wind Telecom) που ήταν ιδιωτική εταιρεία συμμετοχών ιδιοκτησίας αρχικά του Αιγύπτιου μεγιστάνα Naguib Sawiris και από το 2011 της ολλανδικής πολυεθνικής VEON. Ήταν η εποχή που έκανε την πρώτη του εμφάνιση του εμπορικό σήμα “Wind”, η οποία λίγο αργότερα απέκτησε τον πάροχο σταθερής τηλεφωνίας της ΔΕΗ Tellas.

Το 2020 ακολούθησε η εξαγορά από την United Group και δύο χρόνια αργότερα ξεκίνησαν οι διαδικασίες συγχώνευσης με τη Nova, δημιουργώντας εν τέλει έναν νέο μεγάλο πάροχο με ολοκληρωμένες υπηρεσίες σταθερής, κινητής τηλεφωνίας, internet και τηλεόρασης

Η καινοτομία της Cosmote

Η Cosmote συστάθηκε ως Κυψελοειδές Λειτουργικό Σύστημα Κινητών Τηλεπικοινωνιών Α.Ε. τον Οκτώβριο του 1997.Τον Απρίλιο του 1998 προστέθηκε η “Cosmote” ως διακριτικός τίτλος, όνομα που ξεκίνησε και τυπικά την εμπορική λειτουργία ένα χρόνο μετά, σηματοδοτώντας τη δραστηριοποίηση του ομίλου ΟΤΕ στην κινητή τηλεφωνία και συμπληρώνοντας ένα εκατομμύριο συνδρομητές. Τον Ιούλιο του 1999 η εταιρεία έλαβε τη σημερινή της μορφή.

Το 2001 απέκτησε άδεια κινητής τηλεφωνίας 3ης γενιάς (UMTS) στην Ελλάδα, ενώ το 2006 ανακοίνωσε την εξαγορά της Γερμανός Group. Το 2010 προχώρησε στην αναβάθμιση του δικτύου της, διαθέτοντας ευρυζωνικές ταχύτητες μέχρι 42,2 Mbps καθοδικής ζεύξης και 5,8 Mbps ανοδικής ζεύξης, ενώ ήταν η πρώτη που εγκαινίασε στην Ελλάδα, σε πιλοτική βάση, δίκτυο κινητής τηλεφωνίας τέταρτης γενιάς, τεχνολογίας LTE, με ταχύτητες 100 Mbps.

Το 2018 η Cosmote ανέλαβε την ανάπτυξη πιλοτικού δικτύου πέμπτης γενιάς (5G) στο Δήμο του Ζωγράφου, όπου την ίδια χρονιά υλοποίησε το πρώτο δοκιμαστικό δίκτυο 5G στην Ελλάδα, πετυχαίνοντας ζωντανές ταχύτητες πάνω από 1.2Gbps.

H ανταπόκριση του καταναλωτικού κοινού

Τους πρώτους μήνες του 1993 τα κινητά τηλέφωνα είχαν εμβέλεια μόνο στην Αττική και στα νησιά του Σαρωνικού, ενώ το κόστος κλήσης καθιστούσε απλησίαστη την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών κινητής. Θα θυμίσουμε ότι ένα κινητό τηλέφωνο κόστιζε από 700 έως και 1.400 ευρώ, το μηνιαίο πάγιο ήταν 40 ευρώ, ενώ το λεπτό ομιλίας ήταν 0,25 ευρώ, ενώ δεν υπήρχαν ούτε κατά διάνοια τότε πακέτα με δωρεάν χρόνο ομιλίας, γραπτά μηνύματα και φυσικά το κινητό ίντερνετ ήταν κάτι παντελώς άγνωστο ακόμη. Η αγορά κινητής ξεκίνησε τον Ιούλιο με περίπου 1.000 τολμηρούς συνδρομητές.

Οι εκτιμήσεις έκαναν λόγο για 200.000 συνδρομητές μέσα σε μια δεκαετία. Ωστόσο 13 χρόνια μετά, η διείσδυση της νέας αυτής τεχνολογίας που τον Δεκέμβριο του 2006 στην Ελλάδα λειτουργούσαν 13.551.000 συσκευές, καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού. Τη διετία 2009-2011 οι συνδρομητές κινητής τηλεφωνίας μειώθηκαν κατά 5,3 εκατομμύρια.

Σήμερα πλέον σύμφωνα και με την έκθεση της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) που δημοσιεύτηκε στις αρχές του 2022, στην πίτα των λιανικών εσόδων στην κινητή τηλεφωνία, τη μερίδα του λέοντος κατέχει η Cosmote με 45%-55% παραμένοντας σταθερό από το 2011 κι έπειτα. Στην περίπτωση της Vodafone το μερίδιο αγοράς κυμαίνεται μεταξύ 25%-35%, ενώ της τότε Wind άγγιζε το 15%-25%. Η στάσιμη αυτή εικόνα ωστόσο άλλαξε μετά και την είσοδο της Nova, αποτελώντας αυτή την στιγμή τον δεύτερο βασικό πυλώνα στη χώρα μας.

Συνδεθείτε παρακάτω
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.