25 Ιούν 2024
READING

3 μεγάλες «επιστροφές» επιχειρήσεων στην ελληνική αγορά

6 MIN READ

3 μεγάλες «επιστροφές» επιχειρήσεων στην ελληνική αγορά

3 μεγάλες «επιστροφές» επιχειρήσεων στην ελληνική αγορά

Η οικονομική κρίση στην οποία βυθίστηκε για κάτι περισσότερο από μία δεκαετία η χώρα μας, είχε το αποτέλεσμα πολλές σημαντικές επιχειρήσεις, που άφησαν το δικό τους στίγμα στην ελληνική αγορά, να αναγκαστούν να σταματήσουν την δραστηριοποίησή τους στη Ελλάδα. Οι επιχειρήσεις αυτές χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Σε εκείνες που οι τίτλοι του τέλους έπεσαν οριστικά, όπως η Ηλεκτρονική Αθηνών ή η Neoset, και σε εκείνες που κατάφεραν να επιστρέψουν, αναζητώντας μία δεύτερη ευκαιρία, με την ελπίδα τα πράγματα να εξελιχθούν καλύτερα αυτή τη φορά.

Στη συνέχεια ακολουθούν 3 χαρακτηριστικά παραδείγματα επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται εκ νέου στην Ελλάδα.

Carreffour: Η επιστροφή ενός πανίσχυρου ομίλου

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται η προσπάθεια «ολικής επαναφοράς» του σήματος Carrefour στην ελληνική αγορά, η οποία έχει μπει σε εφαρμογή τα τελευταία 3 χρόνια. Συγκεκριμένα, το όλο εγχείρημα έχει την υπογραφή της Retail & More του Νίκου Βαρδινογιάννη, με το πρώτο Carrefour να «σηκώνει ταμπέλα» το 2022, ενώ σήμερα υπό την επωνυμία του γαλλικού brand βρίσκονται σε λειτουργία 42 καταστήματα.

Tο στρατηγικό πλάνο επέκτασης περιλαμβάνει την προσθήκη 30 νέων σημείων λειτουργίας, με την προτεραιότητα να έχει δοθεί σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και τα δημοφιλή τουριστικά νησιά, με τα μέρη αυτά να θεωρείται ότι διαθέτουν τις κατάλληλες προοπτικές και δυνατότητες για να επιτύχουν.

Προκειμένου να συμβεί αυτό αναμένεται να ακολουθηθεί τόσο η μέθοδος του franchise, όσο και οι εξαγορές μικρομεσαίων αλυσίδων, όπως έχει συμβεί και στο πρόσφατο παρελθόν. Υπενθυμίζεται ότι στα τέλη του 2023 επισημοποιήθηκε η συμφωνία για την εξαγορά της εταιρείας «Χουλιόπουλος ΕΠΕ», η οποία είχε στην κατοχή της 11 super market, τα οποία λειτουργούσαν στην Αθήνα με την επωνυμία «Economy»

Εκτός από την επέκταση του δικτύου καταστημάτων, η Retail & More σχεδιάζει την εφαρμογή ενός πολύ φιλόδοξου αλλά και ελπιδοφόρου σχεδίου. Συγκεκριμένα, προσπαθεί να βάλει την ετικέτα των Carrefour σε ορισμένα από τα κορυφαία ελληνικά προϊόντα, όπως το μέλι και η φέτα. Στη συνέχεια, κι αφού θα έχουν λάβει την «σφραγίδα» της μητρικής εταιρείας θα έχουν την δυνατότητα να διατεθούν μέσω του τεράστιου δικτύου της. Αν όλα εξελιχθούν βάση σχεδίου, τα πρώτα προϊόντα θα έχουν ετοιμαστεί προς το τέλος του 2024.

H Carrefour εισήλθε στην ελληνική αγορά το 1995 μετά από συμφωνία συνεργασία με την οικογένεια Μαρινόπουλου (Prisunic, Champion Marinopoulos,Continente Marinopoulos) και αποχώρησε το 2012, αφήνοντας αρχικά τα σήματα της στην Mαρινόπουλος, μέχρι την εξαγορά της τελευταίας από τον Σκλαβενίτη.

ΑΓΝΟ: Από τις διαφημίσεις με τον Νίκο Γκάλη, στη νέα εποχή

Τα προϊόντα ΑΓΝΟ αγαπήθηκαν πολύ για αρκετά χρόνια από τους Έλληνες καταναλωτές, ενώ η διαφήμιση με τον θρυλικό Νίκο Γκάλη έχει μείνει για πάντα χαραγμένη στην ιστορία. Στη συνέχεια όμως, τα πράγματα δυσκόλεψαν για την γαλακτοβιομηχανία, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να «βάλει λουκέτο».

Τα πρώτα 49 χρόνια της «ζωής» της, δηλαδή από το 1950 μέχρι το 1999, όταν και τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, η Αγνό ήταν συνεταιριστική γαλακτοβιομηχανία με την επωνυμία «Ένωση Αγελαδοτροφικών Συνεταιρισμών Θεσσαλονίκης ΑΓΝΟ». Μάλιστα, κατέχει τον τίτλο της πρώτης βιομηχανίας παστερίωσης και εμφιάλωσης γάλακτος στην Ελλάδα, που τον «απέκτησε» το 1955.

Παρά την επιτυχία την δεκαετία του 1980, που συνοδεύτηκε και από το υπερσύγχρονο -τότε- εργοστάσιο στον Λαγκαδά, η ΑΓΝΟ βρίσκεται το 1997 να έχει έσοδα 19 δισ. δραχμών και χρέη ύψους 23 δισ. δραχμών προς την Αγροτική Τράπεζα. Το αποτέλεσμα είναι να μπει το 1999 υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, ενώ το 2000 περνάει στην κατοχή της Αγροτικής Τράπεζας, που την αποκτά έναντι 32 δισ. δραχμών. Μια προσφορά που ξεπερνά εκείνες από ΔΕΛΤΑ και ΦΑΓΕ, που κατέθεσαν πρόταση ύψους 21 δισ. δραχμών.

Τελικά ο «γάμος» της Αγνό με την Αγροτική Τράπεζα κρατάει λίγο, καθώς τον Ιούνιο του 2003 ο Νίκος Κολιός επικρατεί στον σχετικό διαγωνισμό του «σκληρού» ανταγωνισμού, καθώς πρόταση κατέθεσαν επίσης οι εταιρείες Μεβγάλ, Δέλτα και Τυράς. Αξίζει να σημειωθεί ότι το «deal» έκλεισε, ουσιαστικά, με δανεικά χρήματα, αφού η ΑΤΕ παραχώρησε δάνειο προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία εξυγίανσης της ΑΓΝΟ.

Συγκεκριμένα, η Κολιός Α.Ε. έδωσε προκαταβολή 1,2 εκατ. ευρώ ενώ πήρε δάνειο ύψους 10 εκατ. ευρώ από την τράπεζα. Η γαλακτοβιομηχανία Κολιός συνολικά πλήρωσε 12,25 εκατ. ευρώ, ενώ, σύμφωνα με την ίδια την περίοδο 2004-2011 επένδυσε ακόμα 35 εκατ. ευρώ για τον εκσυχρονισμό της παραγωγής, ενώ διέθεσε ακόμα 12 εκατ. σε αυξήσεις κεφαλαίου.

Το 2012 ο Νίκος Κολιός κάνει αίτηση, η οποία τελικά δεν έγινε δεκτή, για να υπαχθεί στο περίφημο άρθρο 99, ενώ τον Σεπτέμβριο του 2014 υπέβαλε αίτηση για πτώχευση. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εταιρεία έκλεισε με χρέη ύψους 50 εκατ. ευρώ, ενώ στα 11 χρόνια της παρουσίας του Νίκου Κολιού δεν εμφάνισε ποτέ κερδοφόρα χρήση.

Τελικά, μετά από αρκετούς άγονους πλειστηριασμούς, η ΑΓΝΟ πέρασε τον Μάρτιο του 2022 στον όμιλο Ελληνικά Γαλακτοκομεία, έναντι τιμήματος 7,73 εκατ. ευρώ. Συγκεκριμένα, ο όμιλος Ελληνικά Γαλακτοκομεία απέκτησε τις εγκαταστάσεις της ΑΓΝΟ και το σύνολο των εμπορικών σημάτων που συνδέονται με αυτήν.

Με μια μικρή καθυστέρηση σε σχέση με το αρχικό πλάνο, τον περασμένο Νοέμβριο του 2023 το σήμα ΑΓΝΟ επέστρεψε στα ράφια αλυσίδων σούπερ μάρκετ και αρκετών σημείων μικρής αγοράς στη Θεσσαλονίκη και ακόμη 10 νομών της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας.

Η επιστροφή της ΑΓΝΟ πραγματοποιήθηκε με έναν πλήρη κατάλογο 21 προϊόντων

Σε αυτά περιλαμβάνονται λευκό γάλα φρέσκο και παρατεταμένης διάρκειας, το αγαπημένο σοκολατούχο γάλα coco milk, θρεπτικό κεφίρ απλό και με γεύσεις, αριάνι, στραγγιστό και παραδοσιακό γιαούρτι αλλά και Μακεδονίτικης συνταγής γλυκίσματα κρέμα και ρυζόγαλο,ενώ, υπάρχουν σκέψεις για επιστροφή και στο παγωτό.

Σύμφωνα με τον Στέλιο Σαράντη όλα θα κριθούν από την αποδοχή που θα δείξει το καταναλωτικό κοινό στα προϊόντα ΑΓΝΟ, ενώ από αυτήν θα εξαρτηθεί και η αξιοποίηση ή όχι του εργοστασίου του Λαγκαδά για την οποία απαιτείται μία επένδυση μεταξύ 50 και 100 εκατ. ευρώ.

LEVI’S: Αναζητώντας μία δεύτερη ευκαιρία

Η LEVI’S είναι το brand που δημιουργήθηκε από τον… πατέρα του τζιν, τον επιχειρηματία από το Σαν Φρανσίσκο Λιβάι Στρος (Levi Strauss), ο οποίος το δημιούργησε πριν από 150 χρόνια, στις 20 Μαΐου του 1873. Στη χώρα μας τα παντελόνια LEVI’S 501 ξεκίνησαν να γίνονται γνωστά τη δεκαετία του ’60, ενώ η μεγάλη αγάπη των Ελλήνων καταναλωτών για το συγκεκριμένο ρούχο είχε ως αποτέλεσμα για μία περίοδο μεταξύ 80’s και 90’s να κατασκευάζεται στη χώρα μας από την κλωστοϋφαντουργία Διεθνής Βιομηχανία Ενδυμάτων Α.Ε. του Χρήστου Μανιατάκη. Παρά το γεγονός ότι η συνεργασία αυτή σταμάτησε, οι Έλληνες παρέμειναν πιστοί στα παντελόνια της φίρμας, τα οποία αγόραζαν από το δίκτυο καταστημάτων και συνεργατών της αμερικανικής πολυεθνικής.

Η κατάσταση άλλαξε δραματικά με την έλευση της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, το 2009. Την χρονιά εκείνη η Levi Strauss έκλεισε τα καταστήματά της, προβλέποντας όσα έμελλε να ακολουθήσουν. Ενεργό παράμεινε το δίκτυο χονδρικής, ενώ τα ρούχα συνέχισαν να φτάνουν στο ελληνικό κοινό μέσω συνεργασιών με καταστήματα ένδυσης.

Τελικά, το 2023, με την ελληνική οικονομία να έχει επιστρέψει στην κανονικότητα, η Levi Strauss ψάχνει μια δεύτερη ευκαιρία για να «χτίσει» ξανά τις σχέσεις της με το ελληνικό κοινό, μέσω συμφωνίας με τον όμιλο Φάις. Η συμφωνία αυτή προβλέπει τη δημιουργία δικτύου καταστημάτων με τα δύο πρώτα καταστήματα Levi’s να υποδέχονται ήδη τους λάτρεις των αυθεντικών τζιν σε Κηφισιά και Γλυφάδα. Στο άμεσο μέλλον αναμένεται να δημιουργηθεί ένα δίκτυο καταστημάτων, ενώ ο όμιλος Φάις έχει πάρει τα δικαιώματα και για την Κύπρο.

Οι τρεις αυτές… ιστορίες των μεγάλων επιστροφών αποτελούν απόδειξη πως παρά τις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίσει ένα brand, αν έχει αγαπηθεί από τους καταναλωτές -και φυσικά του δοθεί η ευκαιρία μέσω νέων επενδύσεων- ποτέ δεν είναι αργά να επιστρέψει και να δοκιμάσει εκ νέου την τύχη του.

Συνδεθείτε παρακάτω
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.