13 Ιούλ 2024
READING

Τα ελληνικά αποστάγματα σε όλο τον κόσμο;

7 MIN READ

Τα ελληνικά αποστάγματα σε όλο τον κόσμο;

Τα ελληνικά αποστάγματα σε όλο τον κόσμο;

Ούζο, τσίπουρο, τσικουδιά, μαστίχα Χίου και άλλα. Θησαυροί της ελληνικής παραγωγής που βρίσκουν τη θέση τους σε κάθε τραπέζι, ιδιαίτερα συνδεδεμένοι με το ελληνικό καλοκαίρι, ενώνουν τις παρέες, συνδέουν με τις ρίζες και αποτελούν βασικούς παράγοντες της ελληνικής φιλοξενίας και, μαζί με άλλα προϊόντα, κάνουν γνωστή την Ελλάδα σε όλο τον κόσμο.

Η παράδοση είναι βασικός πυλώνας της ελληνικής κουλτούρας, και έτσι δεν προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι η χώρα παράγει τοπικά αποστάγματα από κάθε γωνιά της, με την ιστορία της απόσταξης να χάνεται μέσα στα βάθη των χρόνων.

Ο γαστρονομικός οδηγός Τaste Atlas, έχει αποθεώσει ουκ ολίγες φορές τα ελληνικά προϊόντα μέσα από τις λίστες του, με την Ελλάδα να φιγουράρει ψηλά στις θέσεις ανάμεσα σε προϊόντα άλλων χωρών, και βέβαια τα ελληνικά αποστάγματα δεν έμειναν απ’ έξω. Πριν από λίγο καιρό, το Taste Atlas δημοσίευσε τη λίστα του με τα καλύτερα οινοπνευματώδη ποτά στον κόσμο. Τέσσερα ελληνικά ποτά βρέθηκαν στα 79 καλύτερα του κόσμου, με τα τρία να βρίσκονται μάλιστα στη «χρυσή» 50άδα. Πρόκειται για την κρητική τσικουδιά που κατέκτησε τη 12η θέση, το τσίπουρο στην 21η θέση και το Μεταξά στην 46η θέση. Τέλος, στην 54η θέση βρέθηκε το ούζο.

Οι θέσεις στις λίστες αποτελούν σίγουρα σημαντική αναγνώριση, όμως δεν θα ήταν τίποτα χωρίς τις πωλήσεις και το οικονομικό αντίκρισμα, κυρίως όσον αφορά τις εξαγωγές που αποτελούν βασική πηγή εσόδων για τα ελληνικά αποστάγματα που κάνουν τον γύρο του κόσμου. Τα τελευταία χρόνια, οι εξαγωγικές πωλήσεις των ελληνικών αποσταγμάτων ακολουθούν γενικώς ανοδική πορεία, ενώ μάλιστα το 2023 έσπασαν το φράγμα των 100 εκατ. ευρώ, καθώς αυξήθηκαν κατά 9,41%, στα 106,09 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με το 2022, οπότε και έφτασαν τα 96,97 εκατ. ευρώ. Γενικώς, οι εξαγωγές ελληνικών αλκοολούχων ποτών έχουν αυξηθεί σε αξία κατά σχεδόν 40% σε σύγκριση με το 2019 και κατά 5,21% σε ποσότητα. Στην πρώτη θέση με τις χώρες εξαγωγών φιγουράρει σταθερά η Γερμανία, ως βασική χώρα, καθώς το 40% σε αξία και το 45,4% σε ποσότητα της ελληνικής ποτοποιίας, οδηγείται εκεί, ενώ γενικώς, η Ευρώπη αποτελεί τον κυριότερο προορισμό τους.

Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο κινείται η ελληνική αγορά γενικώς, στον κλάδο δραστηριοποιούνται συνολικά 103.051 επιχειρήσεις, απασχολώντας 72.704 εργαζόμενους, ενώ οι εξαγωγές αντιστοιχούν στο 66,54% της ελληνικής παραγωγής, αριθμός που μεταφράζεται σε 50 εκατομμύρια φιάλης. Το 72% μάλιστα της ελληνικής παραγωγής αλκοολούχων ποτών αφορά σε προϊόντα με γεωγραφική ένδειξη.

Στα δημόσια ταμεία, η παραγωγή αποσταγματοποιίας φέρνει φόρους και εισφορές ύψους 616 εκατ. ευρώ, με βάση τα στοιχεία του 2022, με τα 350 εκατ. ευρώ να προέρχονται από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης.

Όσον αφορά τις κατηγορίες αποσταγμάτων και τις επιδόσεις τους, πρωταθλητής στις εξαγωγές αναδεικνύεται το ελληνικό ούζο, με ποσοστό που έφτασε το 2023 το 58% ως προς την αξία και το 68% ως προς την ποσότητα του συνόλου.

Σταθερή άνοδο βέβαια καταγράφουν οι εξαγωγές του τσίπουρου και της τσικουδιάς αν και ακόμη αντιπροσωπεύουν ένα μικρό ποσοστό.

Τα αποστάγματα πέφτουν πάνω σε «τοίχους» και ένας από αυτούς είναι, όπως σε πολλά άλλα ζητήματα και κλάδους, η ελληνική γραφειοκρατία, που τους στερεί προστιθέμενη αξία

Τι κρατά πίσω τα αποστάγματα

Παρά τη θετική πορεία, τα αποστάγματα πέφτουν πάνω σε «τοίχους» και ένας από αυτούς είναι, όπως σε πολλά άλλα ζητήματα και κλάδους, η ελληνική γραφειοκρατία, που τους στερεί προστιθέμενη αξία και δεν βοηθά, ώστε να μπορέσουν να αξιοποιήσουν όπως πρέπει την ποιότητά τους. Και εδώ βέβαια έρχεται ως βασικό εμπόδιο η αναχρονιστική νομοθεσία, η οποία έρχεται από το μακρινό παρελθόν, παρ’ όλα αυτά καλά κρατεί, και συγκεκριμένα ένα Βασιλικό Διάταγμα του 1917, το οποίο έχει να κάνει με την παλαίωση των προϊόντων και εμποδίζει τους παραγωγούς να προχωρούν σε ελέγχους της ποιότητας των προϊόντων.

Η ελληνική νομοθεσία ακολουθεί ένα γαλλικό πρότυπο που μετρά… 150 χρόνια. Όπως ορίζει μεταξύ άλλων, όταν μια ποτοποιία διαθέτει απόσταγμα και προχωρά σε παλαίωση, πρέπει να προηγηθεί αίτηση για έλεγχο από χημικό, να ζυγιστεί το περιεχόμενο και εν συνεχεία να σφραγιστεί το βαρέλι, με αποτέλεσμα να μην μπορούν οι παραγωγοί να το ελέγξουν μέχρι να περάσουν 3 έως 5 χρόνια, ώστε να κληθεί ξανά ο χημικός και ενώπιον του να ανοιχτεί και να ζυγιστεί εκ νέου το προϊόν.

Αντιθέτως, καθόλου εντύπωση δεν προκαλεί το γεγονός ότι στο εξωτερικό τα δεδομένα είναι εντελώς διαφορετικά και πολύ πιο εκσυγχρονισμένα. Η απαίτηση συγκεκριμένων ετών παλαίωσης των προϊόντων σε βαρέλια δεν μπορεί βέβαια να αποφευχθεί, ωστόσο λείπουν τα αυστηρά πρωτόκολλα σφραγισμένων βαρελιών, με τις διαδικασίες να είναι πιο ευέλικτες. Ταυτόχρονα, οι ποτοποιίες του εξωτερικού χρησιμοποιούν συστήματα ηλεκτρονικής παρακολούθησης στα προϊόντα τους, κάτι που η Ελλάδα βλέπει από πολύ μακριά, με αποτέλεσμα τα παλαιωμένα προϊόντα που εξάγονται να είναι ελάχιστα.

Ως εκ τούτου, η ανταγωνιστικότητα των προϊόντων αυτών πλήττεται σε τεράστιο βαθμό, οι εγχώριοι παραγωγοί μένουν χιλιόμετρα πίσω σε σχέση με αυτούς του εξωτερικού και, τελικά, το ανώτατης ποιότητας προϊόν που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στο μέγιστο βαθμό φέρνοντας πολλαπλάσια κέρδη και αναγνώριση για την ελληνική αγορά, υποβαθμίζεται.

Παράλληλα, μεγάλο πονοκέφαλο αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί όσον αφορά και την υψηλή φορολογία, και τον ΕΦΚ να είναι ιδιαίτερα υψηλός όχι μόνο σε σχέση με τον μέσο όρο της Ε.Ε αλλά και σε σχέση με γειτονικές χώρες που αποτελούν ανταγωνιστές της Ελλάδας στον τουρισμό. Θετικό βήμα ωστόσο αποτελεί η μείωσή του που έχει πέσει στο τραπέζι τελευταία, χωρίς ωστόσο μέχρι στιγμής να έχει εφαρμοστεί κάτι. Το γεγονός βέβαια αποτελεί μεγάλο κίνητρο για τη λαθρεμπορία από τα διάφορα κυκλώματα, πλήττοντας σημαντικά την αγορά. Για να αντιληφθούμε το μέγεθος των απωλειών, όταν ένα φορτηγό περνά τα σύνορα και φέρνει στην Ελλάδα λαθραία αλκοολούχα ποτά, εκτιμάται ότι διαφεύγουν φόροι ύψους 152.000 ευρώ, όπως έχει δηλώσει η γενική διευθύντρια της Ένωσης Επιχειρήσεων Αλκοολούχων Ποτών (ΕΝΕΑΠ), Σοφίκα Παπανικολάου.

Οι μεγάλοι παίκτες που γράφουν ιστορία και οι νέες πρωτοβουλίες

Η Ελλάδα διαθέτει τεράστια ποικιλία σε τοπικά αποστάγματα από κάθε γωνιά της Ελλάδας και νέες πρωτοβουλίες δημιουργούν συνεχώς νέο «αίμα» και ελπίδα στον κλάδο. Ωστόσο, διαχρονικά στέκονται στις ηγετικές τους θέσεις κάποιοι από τους πιο ισχυρούς παίκτες με εμβληματικά προϊόντα που έχουν γράψει και συνεχίζουν να γράφουν ιστορία. Ένας από αυτούς είναι η Μεταξά, με το θρυλικό METAXA, ένα ελληνικό οινοπνευματώδες ποτό που πρωτοδημιούργησε ο Ψαριανός Σπύρος Μεταξάς το 1888 και έχει φτάσει να εξάγεται σε πάνω από 60 χώρες, η εταιρία της οικογένειας Τσιλιλή, με το αγαπημένο τσίπουρο που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1990, μετά από εμφιάλωση στη Θεσσαλία, το Δεκαράκι της Ποτοποιίας Πλωμαρίου Ισίδωρος Αρβανίτης, με το μονοποικιλιακό του τσίπουρο, το Ούζο Πλωμάρι από τη Λέσβο, που ξεκίνησε να παράγεται από το 1894  και αποστάζεται μέχρι και σήμερα με τον ίδιο παραδοσιακό τρόπο, με μία συνταγή που εμπνεύστηκε και δημιούργησε ο Πλωμαρίτης Ισίδωρος Αρβανίτης και το ούζο ΜΙΝΙ, επίσης από τη Λέσβο, που ξεκίνησε να γράφει την ιστορία του ήδη από το 1967. Από το Πλωμάρι επίσης κατάγεται και το ούζο Βαρβαγιάννη, με τον Ευστάθιο Βαρβαγιάννη να αποστάζει το πρώτο ούζο το 1860, ενώ από το 1990 αποστάζεται το ούζο Καζανιστό της Ποτοποιίας Χίου Στουπάκη. Από τη Βόρεια Ελλάδα και συγκεκριμένα την Αλμωπία της Μακεδονίας, έρχεται το ούζο Αρχοντικό, με μία συνταγή που έρχεται από το 1924 από την οικογένεια Μελισσανίδη.

Παρ’ όλα αυτά, αξίζει να αναφέρουμε και νεότερες πρωτοβουλίες που εξάγουν τα προϊόντα τους και ξεφεύγουν από το παραδοσιακό μοτίβο «ούζο – τσίπουρο», όπως το τζιν Grace, το οποίο υπάρχει περίπου επτά χρόνια και δημιουργήθηκε από μία συνέργεια μεταξύ της Λίλας Δημοπούλου από την εταιρεία LKC και τις αδερφές Χαρά και Κατερίνα Κατσού, από την ποτοποιία Άβαντες στην Εύβοια, καθώς και τον Σκωτσέζο John Cowden, το οποίο μάλιστα «ταξιδεύει» στον κόσμο.

Στο ίδιο μήκος κύματος, μέσα από μία μικρή μονάδα της Αριδαίας, ξεκίνησε την ιστορία του το Mataroa, ένα μεσογειακό τζιν για την παρασκευή του οποίου χρησιμοποιούνται εκλεκτοί καρποί και βότανα από όλη τη Μεσόγειο, ένα προϊόν που εμπνεύστηκαν και δημιούργησαν οι νέες γενιές της οικογένειας Μελισσανίδη που βρίσκεται πίσω από το ούζο Αρχοντικό.

Συνδεθείτε παρακάτω
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.