29 Αυγ 2025
READING

Οι μεγάλες εταιρείες αναθεωρούν προς τα κάτω τους στόχους ανακύκλωσης πλαστικών συσκευασιών

4 MIN READ

Οι μεγάλες εταιρείες αναθεωρούν προς τα κάτω τους στόχους ανακύκλωσης πλαστικών συσκευασιών

Οι μεγάλες εταιρείες αναθεωρούν προς τα κάτω τους στόχους ανακύκλωσης πλαστικών συσκευασιών

Η πλαστική ρύπανση παραμένει μία από τις πιο σημαντικές περιβαλλοντικές προκλήσεις του καιρού μας, με τις εικόνες από ωκεανούς γεμάτους μικροπλαστικά, παραλίες που θυμίζουν χωματερές και οικοσυστήματα που ασφυκτιούν, να ενισχύουν την αίσθηση του κατεπείγοντος.

Παρά τη διεθνή αναγνώριση του προβλήματος, η απόσταση ανάμεσα στη ρητορική και την πραγματική δράση εξακολουθεί να είναι μεγάλη. Η τελευταία έκθεση του BloombergNEF ήρθε να καταδείξει ότι οι δεσμεύσεις των μεγάλων πολυεθνικών παραμένουν εύθραυστες. Οι μεγαλύτεροι όμιλοι της παγκόσμιας βιομηχανίας αναψυκτικών, Coca-Cola και PepsiCo, οι οποίοι είχαν δεσμευθεί ότι θα εντάξουν στις συσκευασίες τους ποσοστό 50% ανακυκλωμένου πλαστικού μέχρι το 2030, έχουν πλέον αναθεωρήσει τους στόχους τους. Η Coca-Cola χαμηλώνει τον πήχη στο 35% και μάλιστα μεταθέτει τον χρονικό ορίζοντα στο 2035, ενώ η PepsiCo τοποθετεί το ανώτατο ποσοστό στο 40% για την ίδια χρονιά. Αντίστοιχες καθυστερήσεις συναντώνται και σε άλλους κλάδους, όπως τα τρόφιμα, τα καλλυντικά και τα προϊόντα προσωπικής φροντίδας, όπου μεγάλες μάρκες αδυνατούν να εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις που είχαν παρουσιάσει για το 2025.

Η υστέρηση αυτή δεν οφείλεται στην έλλειψη πλαστικών αποβλήτων, καθώς οι ποσότητες είναι άφθονες, αλλά στο ότι το υλικό που συλλέγεται συχνά δεν διαθέτει την ποιότητα που απαιτείται για να χρησιμοποιηθεί εκ νέου σε συσκευασίες. Οι αδυναμίες στην οργάνωση των συστημάτων συλλογής και, ακόμη περισσότερο, της διαλογής, υπονομεύουν την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας. Όπως επισημαίνεται στο BloombergNEF, η εικόνα περιπλέκεται ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η ίδια η βιομηχανία ποτών είχε εναντιωθεί επί χρόνια στους λεγόμενους «λογαριασμούς μπουκαλιών», μέτρα που θα ενίσχυαν την επιστροφή φιαλών από τους καταναλωτές. Η στάση αυτή κόστισε πολύτιμο χρόνο και δημιούργησε ένα περιβάλλον που σήμερα δυσκολεύει την ανάπτυξη μιας στιβαρής αλυσίδας ανακύκλωσης, αφήνοντας τις επιχειρήσεις χωρίς επαρκή πρόσβαση σε υλικά που θα μπορούσαν να στηρίξουν τους φιλόδοξους στόχους τους.

Παρά τις δυσκολίες, οι επενδύσεις στον τομέα της ανακύκλωσης συνεχίζουν να κατευθύνονται σε μεγάλα έργα, με τη χημική ανακύκλωση να κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος. Η συγκεκριμένη τεχνολογία θεωρείται κρίσιμη, επειδή μπορεί να αξιοποιήσει υλικά που μέχρι πρόσφατα ήταν πρακτικά μη ανακυκλώσιμα, όπως το φελιζόλ ή τα πλαστικά καλαμάκια. Η ExxonMobil έχει ήδη διαθέσει πάνω από 200 εκατομμύρια δολάρια για την ανάπτυξη νέων μονάδων στις Ηνωμένες Πολιτείες, εντάσσοντας την προηγμένη ανακύκλωση στο στρατηγικό της σχέδιο. Σύμφωνα με το BloombergNEF, εφόσον όλα τα έργα που έχουν ανακοινωθεί προχωρήσουν, η παγκόσμια δυναμικότητα χημικής ανακύκλωσης μπορεί να φτάσει τους 5,3 εκατομμύρια τόνους μέχρι το 2030, αριθμός που αποτυπώνει τις υψηλές προσδοκίες γύρω από τον κλάδο. Ωστόσο, η πορεία των νέων επενδύσεων δείχνει ήδη σημάδια επιβράδυνσης, γεγονός που δημιουργεί ανησυχία για το αν η τεχνολογία θα μπορέσει να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη ζήτηση και στις μεγάλες φιλοδοξίες που έχουν καλλιεργηθεί τα τελευταία χρόνια.

Η διεθνής πολιτική διάσταση καθιστά την εξίσωση ακόμη πιο δύσκολη. Σε κάθε γύρο διαπραγματεύσεων αναδύονται ισχυρά εμπόδια, καθώς χώρες με σημαντικά οικονομικά συμφέροντα στην πετροχημική βιομηχανία, όπως η Σαουδική Αραβία και η Ρωσία, μπλοκάρουν κάθε προσπάθεια για περιορισμό της παραγωγής νέου πλαστικού, υποστηρίζοντας ότι η συζήτηση πρέπει να εστιάσει αποκλειστικά στη συλλογή και την ανακύκλωση. Από την άλλη πλευρά, περιβαλλοντικές οργανώσεις και κράτη που υιοθετούν πιο προοδευτική στάση επισημαίνουν ότι χωρίς περιορισμό της παραγωγής καμία μέθοδος ανακύκλωσης δεν μπορεί να καλύψει το πρόβλημα στη ρίζα του. Έτσι, η πιθανότητα μιας παγκόσμιας συμφωνίας που θα συμβιβάζει όλες τις πλευρές απομακρύνεται, αφήνοντας το βάρος της δράσης στις εθνικές κυβερνήσεις.

Σε εθνικό επίπεδο καταγράφονται πρωτοβουλίες με διαφορετικές ταχύτητες. Η Κίνα έχει ήδη δημιουργήσει κρατική εταιρεία με αποκλειστικό αντικείμενο την ανακύκλωση πόρων, επιχειρώντας να οργανώσει κεντρικά τη διαδικασία. Ο Καναδάς θεσπίζει αυστηρό πλαίσιο υποχρεωτικών αναφορών για τις επιχειρήσεις μέσω εθνικού μητρώου, με στόχο τη διαφάνεια και τη λογοδοσία. Το Ηνωμένο Βασίλειο καλεί τις εταιρείες να αναλάβουν αυξημένη οικονομική ευθύνη για το κόστος διαχείρισης των συσκευασιών τους, επιβάλλοντας ένα πιο απαιτητικό σύστημα παραγωγού-πληρωτή. Οι κινήσεις αυτές αποδεικνύουν ότι η πολιτική βούληση μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγές, αν και με ανομοιογενή αποτελέσματα, ανάλογα με τη χώρα και τις ιδιαίτερες συνθήκες της.

Το ερώτημα που τίθεται είναι αν οι δεσμεύσεις των πολυεθνικών θα μπορέσουν να μετατραπούν σε πράξη ή αν θα μείνουν ένα ακόμη παράδειγμα επικοινωνιακής στρατηγικής χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Η μέχρι τώρα εμπειρία δείχνει ότι οι φιλόδοξες εξαγγελίες συχνά σκοντάφτουν σε πρακτικά εμπόδια, σε ισχυρά λόμπι και σε οικονομικές σκοπιμότητες που αποδυναμώνουν την προσπάθεια.

Όσο η διεθνής κοινότητα δεν καταλήγει σε κοινή γραμμή, τόσο περισσότερο θα μεγαλώνει η ανάγκη για καινοτόμες τεχνολογίες, πιο συνεπείς εθνικές πολιτικές και για πραγματική δέσμευση από τις ίδιες τις εταιρείες που βρίσκονται στο επίκεντρο της κριτικής και συνεχίζουν να διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του προβλήματος.

Συνδεθείτε παρακάτω
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.