Η συζήτηση για την επίδραση της κλιματικής αλλαγής στην εργασία δεν είναι θεωρητική. Τα Ηνωμένα Έθνη, σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, προειδοποιώντας ότι η αύξηση της θερμοκρασίας απειλεί πλέον την υγεία εκατομμυρίων εργαζομένων και τη βιωσιμότητα ολόκληρων οικονομιών. Η νέα έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) και του Παγκόσμιου Μετεωρολογικού Οργανισμού (WMO) αποτελεί την πρώτη ουσιαστική επικαιροποίηση των διεθνών κατευθυντήριων οδηγιών για το ζήτημα από το 1969, γεγονός που από μόνο του δείχνει την κρισιμότητα της στιγμής.
Η παραγωγικότητα, όπως αναφέρεται στην έκθεση των ΠΟΥ και WMO, μειώνεται κατά 2–3% για κάθε βαθμό πάνω από τους 20°C. Με δεδομένο ότι σε πολλές περιοχές του πλανήτη οι θερμοκρασίες ξεπερνούν συστηματικά τους 35 ή και 40 βαθμούς Κελσίου, οι απώλειες σε ανθρώπινους και οικονομικούς όρους είναι τεράστιες. Υπολογίζεται ότι ήδη το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού βιώνει αρνητικές συνέπειες από την υπερβολική ζέστη, ενώ η κατάσταση θα επιδεινωθεί όσο η υπερθέρμανση του πλανήτη εντείνεται.
Οι κίνδυνοι για την υγεία είναι ποικίλοι και σοβαροί. Από την αφυδάτωση και τις νεφρικές δυσλειτουργίες μέχρι τη θερμοπληξία και τις νευρολογικές διαταραχές, η έκθεση κάνει σαφές ότι η εργασία σε συνθήκες ακραίας θερμότητας δεν είναι μόνο δυσάρεστη, αλλά εν δυνάμει θανατηφόρα. Τα στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (ILO) είναι αποκαλυπτικά: πάνω από 2,4 δισεκατομμύρια εργαζόμενοι εκτίθενται σε υπερβολική ζέστη, με συνέπεια περισσότερα από 22,85 εκατομμύρια εργατικά ατυχήματα ετησίως.
Οι πιο εκτεθειμένοι είναι οι εργαζόμενοι σε χειρωνακτικούς κλάδους, όπως η γεωργία, οι κατασκευές και η αλιεία, όπου η παραμονή σε εξωτερικούς χώρους είναι αναπόφευκτη. Αλλά και πέρα από αυτούς, οι πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες -παιδιά, ηλικιωμένοι και άνθρωποι με χρόνια νοσήματα- βρίσκονται σε κίνδυνο, ιδιαίτερα σε αναπτυσσόμενες χώρες όπου τα συστήματα προστασίας και περίθαλψης είναι πιο αδύναμα.
Η κατάσταση στη Βραζιλία και την Ινδία, όπου εκατομμύρια εργάτες εργάζονται σε θερμοκρασίες που υπερβαίνουν τους 40°C, δείχνει το μέγεθος του προβλήματος. Η Παγκόσμια Τράπεζα έχει προειδοποιήσει ότι έως το 2030 οι οικονομίες της Νότιας Ασίας και της Υποσαχάριας Αφρικής μπορεί να χάσουν έως και 5% του ΑΕΠ τους ετησίως λόγω μειωμένης παραγωγικότητας από την ακραία ζέστη.
Ο ΠΟΥ και ο WMO καλούν για πρώτη φορά σε συστηματικά «σχέδια δράσης κατά της ζέστης», προσαρμοσμένα σε κάθε χώρα και σε κάθε κλάδο. Αυτά θα πρέπει να εκπονούνται σε συνεργασία με εργαζόμενους, εργοδότες, συνδικάτα και ειδικούς δημόσιας υγείας. Μια από τις επιλογές που προτείνονται είναι ο καθορισμός ανώτατης επιτρεπτής θερμοκρασίας εργασίας, κάτι που ήδη εφαρμόζεται ή συζητείται σε ορισμένα κράτη. Οι ειδικοί υπογραμμίζουν, πάντως, ότι τα όρια αυτά θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το τοπικό κλίμα και τις ιδιαιτερότητες κάθε επαγγέλματος.
Εξίσου σημαντική είναι η εκπαίδευση του ιατρικού προσωπικού και των διασωστών, καθώς συχνά τα περιστατικά θερμικής εξάντλησης διαγιγνώσκονται λανθασμένα. Η έγκαιρη διάγνωση και παρέμβαση μπορεί να σώσει ζωές, ειδικά σε χώρες όπου τα κύματα καύσωνα είναι όλο και πιο παρατεταμένα.
Στην Ελλάδα, το ζήτημα έχει αρχίσει να τίθεται πιο έντονα τα τελευταία χρόνια. Οι καλοκαιρινοί καύσωνες, που διαρκούν ορισμένες φορές ακόμα και εβδομάδες, καθιστούν αναγκαία τη λήψη αυστηρότερων μέτρων. Ήδη, το Υπουργείο Εργασίας έχει εκδώσει οδηγίες για διακοπή της εργασίας σε ώρες αιχμής, ιδιαίτερα σε εργοτάξια και υπαίθριες δραστηριότητες, ενώ δίνεται έμφαση στη χρήση σκιάστρων, στην παροχή νερού και στα διαλείμματα. Ωστόσο, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι αυτά τα μέτρα είναι αποσπασματικά και χρειάζεται ένα ενιαίο σχέδιο, που θα ενσωματώνει προληπτικές δράσεις, κυρώσεις για παραβάσεις και μόνιμες πρακτικές προστασίας.
«Κανείς δεν πρέπει να κινδυνεύει από νεφρική ανεπάρκεια ή κατάρρευση απλώς για να κερδίσει το ψωμί του», τόνισε ο Ρύντιγκερ Κρεχ, διευθυντής για το Περιβάλλον, την Κλιματική Αλλαγή και την Υγεία του ΠΟΥ, συνοψίζοντας το διακύβευμα.
Η νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται από την κλιματική κρίση φέρνει τα εργασιακά δικαιώματα στο προσκήνιο μιας παγκόσμιας συζήτησης για την προσαρμογή. Για τις κυβερνήσεις, το στοίχημα είναι να θεσπίσουν κανόνες και υποδομές που θα προστατεύουν τους πολίτες. Για τις επιχειρήσεις, να προσαρμόσουν τα ωράρια και τις πρακτικές τους. Και για τους εργαζομένους, να διεκδικήσουν ένα περιβάλλον που θα τους επιτρέπει να εργάζονται με ασφάλεια.
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.