Καθοριστικό αποτύπωμα στην ελληνική οικονομία συνεχίζει να αφήνει ο φαρμακευτικός κλάδος, επιβεβαιώνοντας τον διττό του ρόλο ως βασικού πυλώνα του συστήματος υγείας και ισχυρού αναπτυξιακού μοχλού. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία έρευνας της Deloitte για τον Σύνδεσμο Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΣΦΕΕ), η συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία (GVA) του τομέα ανέρχεται σε 6,9 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας σε περίπου 3,1% του ΑΕΠ της Ελλάδας.
Η συμβολή αυτή καταδεικνύει τη σημασία της φαρμακοβιομηχανίας όχι μόνο στη διασφάλιση της δημόσιας υγείας, αλλά και στη στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι για κάθε 1 ευρώ προστιθέμενης αξίας που δημιουργούν οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις, η ευρύτερη οικονομία αποκομίζει επιπλέον όφελος ύψους 1,30 ευρώ. Το πολλαπλασιαστικό αυτό αποτέλεσμα αναδεικνύει τις στενές διασυνδέσεις του κλάδου με άλλους τομείς, όπως οι μεταφορές, η εφοδιαστική αλυσίδα, οι επαγγελματικές υπηρεσίες και η έρευνα.
Στα 1,9 δισ. ευρώ τα ετήσια έσοδα για το Δημόσιο
Παράλληλα, ιδιαίτερα σημαντική είναι και η δημοσιονομική συμβολή του κλάδου. Τα έσοδα που προκύπτουν για το Δημόσιο από τη δραστηριότητα των φαρμακευτικών εταιρειών εκτιμώνται σε περίπου 1,9 δισ. ευρώ ετησίως, μέσω εταιρικών φόρων, εισφορών μισθοδοσίας και έμμεσων φόρων. Το ποσό αυτό κατατάσσει τον τομέα στους βασικούς χρηματοδότες των δημόσιων οικονομικών, σε μια περίοδο όπου οι πιέσεις στα συστήματα υγείας και κοινωνικής ασφάλισης παραμένουν έντονες.
Αξία παραγωγής: Από 918 εκατ. το 2010 σε 2,4 δισ. το 2024
Την ίδια στιγμή, η πορεία της φαρμακευτικής παραγωγής τα τελευταία χρόνια αποτυπώνει μια σταθερή και δυναμική ανοδική τάση. Σύμφωνα με στοιχεία των ΣΦΕΕ και ΙΟΒΕ, η αξία της εγχώριας παραγωγής αυξήθηκε από 918 εκατ. ευρώ το 2010 σε 2,4 δισ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας συνολική άνοδο της τάξης του 162%.
Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τόσο την ενίσχυση της εγχώριας βιομηχανικής βάσης όσο και τη σταδιακή αναβάθμιση του ρόλου της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό φαρμακευτικό χάρτη. Ιδιαίτερα μετά το 2020, η παραγωγή σημείωσε αισθητή επιτάχυνση, φτάνοντας τα 1,9 δισ. ευρώ το 2022, τα 2,2 δισ. ευρώ το 2023 και ανήλθε στα 2,4 δισ. ευρώ το 2024.
Τα δομικά ζητήματα του κλάδου – Το στοιχείο του κατακερματισμού
Ωστόσο η ίδια έρευνα παρουσιάζει το βασικό δομικό πρόβλημα του κλάδου, που έγκειται στο γεγονός ότι το ελληνικό φαρμακευτικό σήμερα στην Ελλάδα είναι κατακερματισμένο, ενώ χαρακτηρίζεται από αναποτελεσματικότητα και έντονες δημοσιονομικές πιέσεις. Στοιχείο που προκύπτει από την έρευνα της Deloitte για λογαριασμό του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδα. Σύμφωνα με τα ευρήματα της συγκεκριμένης έρευνας, παρά το γεγονός ότι οι ονομαστικές τιμές των φαρμάκων παραμένουν σχετικά χαμηλές και οι δημόσιες δαπάνες έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, οι επιστροφές της φαρμακοβιομηχανίας προς το κράτος παραμένουν από τις υψηλότερες στην Ευρώπη. Το γεγονός αυτό δημιουργεί σοβαρές ανισορροπίες και περιορίζει τη δυνατότητα του συστήματος να λειτουργήσει με όρους μακροχρόνιας σταθερότητας.
Παράγοντες που επιτείνουν τα προβλήματα του κλάδου
Τα προβλήματα επιτείνονται από την απουσία στρατηγικής διαχείρισης της ζήτησης, τον περιορισμένο συντονισμό μεταξύ διαφορετικών προϋπολογισμών, την ανεπαρκή παρακολούθηση της συνταγογραφικής συμπεριφοράς και τη χαμηλή αξιοποίηση δεδομένων πραγματικής ζωής. Ως αποτέλεσμα, οι διαθέσιμοι πόροι συχνά κατανέμονται χωρίς σαφή κριτήρια αξίας, ενώ το σύστημα δυσκολεύεται να μεταβεί σε ένα πιο σύγχρονο, αποδοτικό και βιώσιμο μοντέλο φροντίδας.
Κοινός τόπος δημόσιου και ιδιωτικού τομέα
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη σύγκλιση απόψεων μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα ως προς την ανάγκη κοινής ευθύνης για τις μελλοντικές επιδόσεις του συστήματος. Η συμφωνία αυτή περιλαμβάνει τη δημιουργία μηχανισμών παρακολούθησης, την τακτική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και τη συντονισμένη εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Στόχος είναι να περιοριστεί η αποσπασματικότητα των παρεμβάσεων και να διαμορφωθεί ένα σταθερό πλαίσιο πολιτικής.
Σημαντική σύγκλιση απόψεων μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα καταγράφεται στο πεδίο της φαρμακευτικής πολιτικής, με κοινό σημείο αναφοράς την ανάγκη για σαφείς στόχους και συλλογική ευθύνη ως προς τη μελλοντική απόδοση του συστήματος υγείας. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της μελέτης, για πρώτη φορά διαμορφώνεται ένα πλαίσιο συνεννόησης που υπερβαίνει τις παραδοσιακές αντιπαραθέσεις και θέτει τις βάσεις για πιο συντονισμένες παρεμβάσεις.
Στο επίκεντρο αυτής της προσέγγισης βρίσκεται η δέσμευση των δύο πλευρών στη δημιουργία μηχανισμών συστηματικής παρακολούθησης της πορείας των μεταρρυθμίσεων. Οι μηχανισμοί αυτοί προβλέπεται να επιτρέπουν την τακτική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων, τον εντοπισμό αποκλίσεων από τους στόχους και την έγκαιρη προσαρμογή των πολιτικών. Παράλληλα, δίνεται έμφαση στη συνεργατική εφαρμογή των αλλαγών, με στόχο να αποφεύγονται αποσπασματικές πρωτοβουλίες και να ενισχύεται η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων.
Η συμφωνία αυτή λειτουργεί ως θεμέλιο για τον καθορισμό συγκεκριμένων δημοσιονομικών και αναπτυξιακών στόχων. Στο πλαίσιο αυτό, τίθεται ως βασικό ορόσημο το 2028, έτος για το οποίο προβλέπεται δημόσια φαρμακευτική δαπάνη ύψους 4,5 δισ. ευρώ. Η επίτευξη του στόχου θα βασιστεί σε σταδιακές αυξήσεις, πέραν των σημερινών δεσμεύσεων, ώστε να συμβαδίζουν με τον συνολικό ρυθμό αύξησης της δαπάνης και τις ανάγκες του συστήματος.
Την ίδια στιγμή, το σχέδιο προβλέπει παράλληλες πρωτοβουλίες για τον περιορισμό της συνολικής επιβάρυνσης, μέσα από στοχευμένες δράσεις εξορθολογισμού, καλύτερη διαχείριση της ζήτησης και ενίσχυση της αποδοτικότητας. Οι παρεμβάσεις αυτές στοχεύουν στη σταδιακή αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ δημόσιας χρηματοδότησης και συμμετοχής της φαρμακοβιομηχανίας.
Στόχος η μείωση των υποχρεωτικών επιστροφών και επιβαρύνσεων
Κεντρικός στόχος της στρατηγικής είναι η μείωση των υποχρεωτικών επιστροφών και επιβαρύνσεων της αγοράς (rebate και clawback) σε επίπεδα κοντά στο 40% έως το 2028. Η εξέλιξη αυτή θεωρείται κρίσιμη για τη διαμόρφωση ενός πιο προβλέψιμου και βιώσιμου επιχειρηματικού περιβάλλοντος, ικανού να στηρίξει επενδύσεις, καινοτομία και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.
Στο πλαίσιο αυτό, τίθεται συγκεκριμένος δημοσιονομικός στόχος για το 2028, με τις δημόσιες φαρμακευτικές δαπάνες να εκτιμάται ότι θα πρέπει να φτάσουν τα 4,5 δισ. ευρώ. Η επίτευξη του στόχου προβλέπεται να γίνει μέσω σταδιακών αυξήσεων πάνω από τις σημερινές δεσμεύσεις, ώστε να συμβαδίζουν με τον συνολικό ρυθμό αύξησης της δαπάνης. Παράλληλα, προβλέπονται παρεμβάσεις για τον περιορισμό της συνολικής επιβάρυνσης του συστήματος, με απώτερο σκοπό τη σταδιακή μείωση των υποχρεωτικών επιστροφών της βιομηχανίας σε επίπεδα κοντά στο 40% έως το 2028.
Οι συντάκτες της μελέτης εκτιμούν ότι η επίτευξη αυτών των στόχων μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός πιο προβλέψιμου και ελκυστικού περιβάλλοντος για επενδύσεις, χωρίς να διακυβεύεται η πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες. Επιπλέον, η καλύτερη αξιοποίηση δεδομένων και η ενίσχυση της διαφάνειας αναμένεται να βελτιώσουν την ποιότητα των αποφάσεων και να ενισχύσουν την αποτελεσματικότητα των δαπανών.