Ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος δεν ανήκει στην κατηγορία των επιχειρηματιών που κινούνται διακριτικά στο παρασκήνιο. Δημόσιος, συχνά αιχμηρός, με τρόπο επικοινωνίας που απέχει από τη συμβατική εταιρική ρητορική, έχει χτίσει ένα προσωπικό αποτύπωμα που ξεπερνά τα στενά όρια της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Εμφανίζεται ως καθημερινός, χωρίς φίλτρα πολιτικής ορθότητας, πρόθυμος να εκτεθεί, είτε μοιραζόμενος στιγμές ιδιωτικής ζωής, είτε συγκρουόμενος δημόσια με θεσμούς, αντιπάλους ή διαιτητές. Η εικόνα αυτή, που τον καθιστά αναγνωρίσιμο σε ευρύ κοινό, λειτουργεί ταυτόχρονα ως κεφάλαιο και ως ρίσκο. Ενισχύει μεν την επιρροή του, αλλά εκθέτει και τις επιλογές του σε συνεχή δημόσια αξιολόγηση.
Γεννημένος στην Αθήνα το 1974, μοναχοπαίδι του Παύλου και της Δέσποινας Γιαννακοπούλου, μεγάλωσε σε περιβάλλον όπου η επιχειρηματικότητα και ο αθλητισμός ήταν ήδη οργανικά συνδεδεμένα με την οικογενειακή ταυτότητα. Φοίτησε στο Campion School και σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ η σχέση του με τον πατέρα του, την οποία περιγράφει ως σχέση αμοιβαίας λατρείας, αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα στη διαμόρφωση της επαγγελματικής του διαδρομής.
Η σταδιακή ένταξή του στη φαρμακοβιομηχανία της οικογένειας ξεκίνησε ουσιαστικά το 2004, όταν ανέλαβε ρόλο πρώτου αντιπροέδρου στη ΒΙΑΝΕΞ. Το 2012 πέρασε στην πρώτη γραμμή της διοίκησης ως αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος. Το 2019 ανέλαβε επισήμως τη θέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου, σηματοδοτώντας τη μετάβαση στη δεύτερη γενιά διοίκησης. Η ΒΙΑΝΕΞ, με βιομηχανική δραστηριότητα από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και τέσσερα εργοστάσια σε Αττική και Αχαΐα, διατηρεί κύκλο εργασιών άνω των 500 εκατ. ευρώ και συνεισφορά άνω του 1,3 δισ. ευρώ στο ΑΕΠ. Η στρατηγική του επικεντρώθηκε στη διεθνοποίηση της παραγωγής και στη συνεργασία με πολυεθνικούς παίκτες. Η συμφωνία με τη LEO Pharma για παραγωγή ηπαρίνης και εξαγωγές σε δεκάδες αγορές, όπως και προηγούμενες συνεργασίες για εξειδικευμένα φαρμακευτικά προϊόντα, ενίσχυσαν την εξαγωγική διάσταση του ομίλου. Σε παράλληλο επίπεδο, η θυγατρική ΒΙΑΝ διευρύνει την παρουσία σε μη συνταγογραφούμενα προϊόντα και συμπληρώματα, διατηρώντας πρόσβαση σε διαφορετικές κατηγορίες αγοράς. Η διοίκηση Γιαννακόπουλου δεν κινήθηκε με θεαματικές ανατροπές, αλλά με συνέχεια στη γραμμή που είχε χαράξει η προηγούμενη γενιά, με έμφαση σε παραγωγική αυτάρκεια και συνεργασίες υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Πέραν των φαρμάκων, η επιχειρηματική του δραστηριότητα επεκτάθηκε σε media και real estate. Μέσω της DPG Media συγκροτήθηκε ένα πολυθεματικό ψηφιακό χαρτοφυλάκιο ενημερωτικών και lifestyle ιστοσελίδων, επιχειρώντας να κεφαλαιοποιήσει την ψηφιακή κατανάλωση περιεχομένου. Στο real estate, η συμμετοχή στο επενδυτικό σχήμα για την υπομίσθωση της Ακτής Βάρκιζας για 25 χρόνια σηματοδότησε άνοιγμα σε δραστηριότητες αξιοποίησης παραθαλάσσιων assets, με οικονομικό τίμημα άνω του 1,3 εκατ. ευρώ ετησίως και πρόσθετο ποσοστό επί του τζίρου.
Στον αθλητισμό, η παρουσία του στον Παναθηναϊκό λειτουργεί περισσότερο ως προέκταση προσωπικής ταυτότητας παρά ως καθαρά επενδυτική δραστηριότητα. Εξάλλου, το 2020 ανακοίνωσε πρόθεση αποχώρησης και πώλησης της ομάδας, απόφαση που τελικά ανακάλεσε. Τα αυξημένα budgets και οι κινήσεις ενίσχυσης του ρόστερ επιβεβαιώνουν ότι η εμπλοκή του παραμένει στρατηγική επιλογή προβολής ισχύος και επιρροής, όπως δείχνει η τελευταία κίνηση στη σκακιέρα. Ο Γιαννακόπουλος κατάφερε να φέρει στην ομάδα για τα επόμενα δυόμισι χρόνια τον Νάϊτζελ Χέιζ Ντέιβις αφήνοντας στα κρύα του λουτρού άλλες ομάδες όπως η Φενέρμπαχτσε και Χάποελ που ήθελαν να αποκτήσουν διακαώς τον Αμερικανό παίκτη, μεταγραφή που κόστισε 10 εκατομμύρια.
Το συνολικό προφίλ του Δημήτρη Γιαννακόπουλου δεν περιορίζεται σε έναν κλασικό διάδοχο οικογενειακής επιχείρησης. Αν κάτι χαρακτηρίζει τη διαδρομή του μέχρι σήμερα, είναι ότι δεν επιδιώκει ουδετερότητα, καθώς επιλέγει να είναι παρών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη δημόσια και επιχειρηματική του εικόνα.