Ο Τζεφ Μπέζος στην πρώτη σειρά στο Παρίσι, ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ στην Prada στο Μιλάνο, ο Μπράιαν Τζόνσον να περπατά στην πασαρέλα στο Παρίσι και ο Κλαβίκιουλαρ να εμφανίζεται στο σύμπαν της Έλενα Βέλεζ στη Νέα Υόρκη!
Στην αρχή έμοιαζε με κακό inside joke της μόδας. Τα παλιά «φυτά» που διερευνούσαν την τεχνολογία με φούτερ και τζιν από τα αμερικανικά σούπερ μάρκετ, δισεκατομμυριούχοι και διάσημοι πια, τρέχουν στις πρωτεύουσες της μόδας και είναι από front row σε runway. Επίσης δεν αρκούνται πια, στο να πληρώνουν και να αγοράζουν όποια φινέτσα μπορούν να υποστηρίξουν, αλλά θέλουν και να γνωρίζουν τους δημιουργούς μόδας, να φωτογραφίζονται μαζί του και να θεωρούνται γκουρού του στιλ. Το πραγματικό θέμα δεν είναι ότι μερικοί άντρες με υπερβολικό χρήμα ανακάλυψαν ξαφνικά τη χαρά του tailoring ή τη συγκίνηση του front row. Αυτό ήταν περίπου αναμενόμενο. Το πιο αποκαλυπτικό είναι ότι η μόδα δείχνει όλο και πιο πρόθυμη να τους παραχωρήσει κάτι πολύ ακριβότερο από ένα ρούχο. Να τους παραδοθεί και να τους χρήσει ινδάλματα έμπνευσης. Ο Ζάκερμπεργκ δεν βρέθηκε απλώς σε ένα show. Η παρουσία του στην Prada συνδέθηκε αμέσως με τη συζήτηση για πιθανή συνεργασία smart glasses ανάμεσα στη Meta και την EssilorLuxottica, δηλαδή με το σημείο όπου η τεχνολογική ισχύς, η εμπορική πλατφόρμα και η πολυτέλεια αρχίζουν να μιλούν την ίδια γλώσσα. Το Reuters σημείωσε ότι κάθισε δίπλα στον διευθύνοντα σύμβουλο της Prada Αντρέα Γκέρα και στον Λορέντσο Μπερτέλι, ενώ η GQ κατέγραψε το γεγονός ως την πρώτη του τέτοια luxury runway εμφάνιση. Η εικόνα ήταν καθαρή. Η τεχνολογία δεν θέλει πια να ντύνει απλώς τη μόδα με apps, δεδομένα και διαφημίσεις. Θέλει να κάθεται μέσα στο ίδιο το κάδρο της αίγλης. Το ίδιο ισχύει και για τον Μπέζος. Η Vogue κατέγραψε την παρουσία του, μαζί με τη Λόρεν Σάντσεζ Μπέζος, στην πρώτη σειρά της Schiaparelli στο Παρίσι κατά την couture week του Ιανουαρίου. Δεν πρόκειται για ένα τυχαίο celebrity cameo. Πρόκειται για την είσοδο ενός ανθρώπου που συμβολίζει την πιο γυμνή, απεριόριστη μορφή οικονομικής εξουσίας σε έναν χώρο που επί δεκαετίες πουλούσε γούστο, φαντασία και συμβολικό κεφάλαιο.
Η μόδα κολακεύει αυτούς που σνόμπαρε
Για χρόνια, η μόδα μπορούσε να παίζει με τους πλούσιους ως καρικατούρες. Να τους χρησιμοποιεί, να τους ειρωνεύεται, να τους μετατρέπει σε παράπλευρο θέαμα. Σήμερα μοιάζει όλο και λιγότερο βέβαιη ότι θέλει να τους κρατήσει σε απόσταση. Η περίπτωση της Έλενα Βέλεζ ήταν αποκαλυπτική. Το Spectator έγραψε ότι το σόου της στη Fashion Week 2026-27 στη Νέα Υόρκη περιστράφηκε γύρω από το looksmaxxing, αυτή τη βίαιη διαδικτυακή θρησκεία της αυτοδιόρθωσης, των γναθικών ιμάντων, των επεμβάσεων, της αλγοριθμικής κρίσης πάνω στο πρόσωπο και στο σώμα. Και μέσα σε αυτό το σκηνικό εμφανίστηκε ο Κλαβίκιουλαρ, μια από τις πιο αναγνωρίσιμες φιγούρες αυτής της υποκουλτούρας και online περσόνα που συνδέεται με την κουλτούρα της manosphere. Παρουσιάζεται ως αυθεντία στην ακραία ανδρική αυτοβελτίωση, με το πρόσωπο και σώμα ως project συνεχούς διόρθωσης, ενώ έχει αποκτήσει αναγνωρισιμότητα κυρίως μέσα από πλατφόρμες όπως X και TikTok. Δεν είναι mainstream celebrity, αλλά ένα χαρακτηριστικό δείγμα μιας πιο σκοτεινής, αλγοριθμικής αρρενωπότητας που τώρα αρχίζει να διαρρέει και στη μόδα. Κι αυτό δεν είναι απλώς styling. Είναι το σημείο όπου η μόδα παύει να κοιτάζει από απόσταση μια σκοτεινή ψηφιακή αρρενωπότητα και αρχίζει να της προσφέρει φώτα, μηχανές καπνού, φωτογράφους, κύρος. Μπορεί να υπάρχει μέσα σε αυτή την κίνηση μια πρόθεση σάτιρας ή σχολίου. Στην πράξη όμως η σκηνή κάνει κάτι άλλο, χαρίζει ορατότητα. Και στη σημερινή οικονομία της εικόνας, η ορατότητα είναι ήδη κέρδος.
Η νέα ανδρική ματαιοδοξία
Ο Μπράιαν Τζόνσον, ο πλούσιος που μετέτρεψε το ίδιο του το σώμα σε εργαστήριο βιολογικού πειραματισμού και content strategy για την αιώνια νεότητα και ανομολόγητα την ίδια την αθανασία, ο καημένος, περπάτησε στο show των Matières Fécales στο Παρίσι. Η Vogue σημείωσε ότι η εμφάνισή του δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό, αλλά μέρος μιας γενικότερης εισβολής της tech κουλτούρας στη συζήτηση της fashion week, ενώ το GQ κατέγραψε καθαρά τη σύνδεση ανάμεσα στους looksmaxxers, την υπερ-αρρενωπότητα και τη σκηνή των runway shows. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι οι νέοι πλούσιοι, οι longevity προφήτες και οι διαδικτυακοί απόστολοι της αρρενωπότητας δεν αρκούνται πια σε μια αισθητική του hoodie, του stealth wealth ή της αντι-μόδας. Θέλουν να είναι fashionable. Όχι απλώς ακριβοί, αλλά πολιτισμικά επιθυμητοί. Όχι απλώς επιτυχημένοι, αλλά και φωτογενείς μέσα σε ένα σύμπαν που κάποτε τους έβλεπε ως βάρβαρους με πολύ ρευστό. Γι’ αυτό και η μόδα τούς βολεύει τόσο. Τους προσφέρει μια σκηνή εξευγενισμού. Παίρνει την αμηχανία τους, τη μετατρέπει σε ιδιορρυθμία. Παίρνει τον ναρκισσισμό τους, τον βαφτίζει πειραματισμό. Παίρνει την εμμονή τους με το σώμα, τον έλεγχο, τη βελτιστοποίηση, και τη ντύνει με θεωρία, editorial φωτογράφιση και front-row μυστήριο.
Οι νέοι άρχοντες της πρόθυμης μόδας της πολυτέλειας
Η Bain υπολόγισε ότι η αγορά personal luxury goods υποχώρησε κατά 2% το 2025, στα 358 δισ. ευρώ από 364 δισ. ευρώ το 2024, ενώ το Reuters έχει καταγράψει επίμονα την κόπωση των καταναλωτών, την πίεση στα μεγάλα ονόματα και τη δυσκολία των ομίλων πολυτελείας να ανακτήσουν ρυθμό έπειτα από την παρατεταμένη επιβράδυνση. Όταν ένα σύστημα χάνει αυτοπεποίθηση, αρχίζει να φλερτάρει με ό,τι μοιάζει ισχυρότερο από το ίδιο. Και σήμερα ελάχιστα πράγματα δείχνουν ισχυρότερα από το τεχνολογικό χρήμα. Η μόδα, που κάποτε πουλούσε την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να επιβάλει μόνη της τους όρους του γοήτρου, μοιάζει τώρα πρόθυμη να συνάψει συμφωνία με αυτούς που ελέγχουν τις πλατφόρμες, τις υποδομές, τις επενδύσεις, τη νέα αλγοριθμική φαντασία της εξουσίας. Γι’ αυτό οι tech bros δεν εμφανίζονται ως τυχαίοι τουρίστες της fashion week. Εμφανίζονται ως νέοι διεκδικητές πολιτισμικού κύρους. Θέλουν το χρήμα τους να μη μένει στο backend του κόσμου. Θέλουν να περνά μπροστά, να φορά cashmere, να φωτογραφίζεται δίπλα στην Αννα Γουίντουρ, να αποκτά τη χροιά του refined.
Από την ειρωνεία στη γοητεία και μετά στην αποδοχή
Εδώ κρύβεται και η μεγαλύτερη αντίφαση. Η μόδα συχνά παρουσιάζει αυτή τη σχέση σαν κριτική. Ο Κλαβίκιουλαρ μπαίνει σε ένα περιβάλλον που υποτίθεται ότι σχολιάζει τη βία της δικής του αισθητικής. Ο Τζόνσον περπατά σε ένα show που διαβάζεται ως ειρωνικό σχόλιο πάνω στη βιομηχανική αυτο-κατασκευή. Ο Ζάκερμπεργκ εμφανίζεται στην Prada και όλοι μιλούν για το oddity της στιγμής. Αλλά το αποτέλεσμα είναι πιο πεζό και πιο κυνικό. Μπαίνουν μέσα στο κάδρο, άρα ανεβαίνουν κατηγορία. Η διάσημη Page Six έγραψε ευθέως για τη διαρροή της manosphere στη fashion week, με τους αδελφούς Τέιτ και τον Κλαβίκιουλαρ να κινούνται γύρω από πάρτι και νυχτερινές εμφανίσεις στη Νέα Υόρκη. Εκεί φαίνεται ακόμη πιο καθαρά ότι δεν μιλάμε απλώς για μια αισθητική στροφή, αλλά για τη μετακίνηση ολόκληρων αξιακών κόσμων μέσα σε έναν χώρο που άλλοτε ήθελε να πιστεύει ότι εκπροσωπεί ευαισθησία, πρόκληση, ακόμη και πρόοδο. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι ότι οι πλούσιοι θέλουν να γίνουν fashionable. Αυτό ήταν θέμα χρόνου. Η επικινδυνότητα βρίσκεται στο ότι η μόδα, αγχωμένη, εμπορικά πιεσμένη και όλο και πιο πρόθυμη να ακουμπήσει νέες μορφές ισχύος, αρχίζει να τους κάνει όλα τα χατίρια. Τους σατιρίζει, αλλά τους προσκαλεί. Τους κρίνει, αλλά τους φωτίζει. Τους θεωρεί χονδροειδείς, αλλά τους εξευγενίζει.
Κι έτσι το χρήμα δεν αγοράζει απλώς ρούχα. Αγοράζει ύφος, σκηνή, μύθο. Αγοράζει το δικαίωμα να μοιάζει ενδιαφέρον.