Τις τελευταίες εβδομάδες λέγονται υπέροχα πράγματα περί ρουσφετιού, απάτης και κλεψιάς στην Ελλάδα. Και γίνονται ακόμα πιο υπέροχα όταν λέγονται από Έλληνες, ιδίως πολιτικούς, και άνω των τριάντα πέντε χρονών. Και επειδή, με αφορμή αυτη τη συζήτηση, επανέρχεται διαρκώς το όνομα του Θόδωρου Πάγκαλου, και όσων έλεγε με θάρρος, θυμήθηκα μια ιστορία.
Για μια αρκετά μεγάλη περίοδο, όταν ήταν στα τελευταία του ο ραδιοφωνικός σταθμός ΒΗΜΑfm, γύρω στο 2017, έκανα εκπομπές κάθε Πέμπτη με τον Θόδωρο Πάγκαλο. Κάποια στιγμή του είπα στον αέρα αυτό που πίστευα και πιστεύω ακόμα, ότι το περιβόητο Κοινωνικό Συμβόλαιο που υπογράψαμε στην Μεταπολίτευση ήταν πολύ απλό. Εμείς οι πολίτες λέγαμε στους πολιτικούς «θα σας ψηφίζουμε, αλλά θα μας αφήνετε να κλέβουμε την εφορία, να χτίζουμε αυθαίρετα, να κάνουμε όποιες παρανομίες μπορούμε, και εμείς θα κάνουμε τα στραβά μάτια για τις δικές σας παρανομίες».
Κάναμε ολόκληρη συζήτηση για το θέμα. Προφανώς σπουδαίος συνομιλητής Μάλιστα του ανέφερα, εντελώς περιληπτικά, και κάτι που έγραψε ο Ίταλο Καλβίνο στο βιβλίο του «Λίγο πριν πεις εμπρός». Στο τέλος κάπου συμφωνήσαμε.
Εδώ βάζω την ιστορία ολόκληρη όπως την έγραψε στο βιβλίο του.
«Υπήρχε μια χώρα στην οποία ήταν όλοι κλέφτες. Κάθε κάτοικος έβγαινε τη νύχτα με αντικλείδια και ένα φανάρι και πήγαινε να διαρρήξει το σπίτι κάποιου γείτονα του. Επέστρεφε την αυγή φορτωμένος και εύρισκε το σπίτι του διαρρηγμένο. Έτσι όλοι ζούσαν σε αγαστή σύμπνοια και χωρίς χασούρες, διότι ο ένας έκλεβε τον άλλο κι ο άλλος έναν άλλο και πάει λέγοντας, μέχρι που ο τελευταίος έκλεβε τον πρώτο. Το εμπόριο σε εκείνη τη χώρα γινόταν μόνο με τη μορφή απάτης, τόσο από τη πλευρά αυτού που πουλούσε όσο και από τη πλευρά αυτού που αγόραζε. Η κυβέρνηση αποτελούσε μια εγκληματική συμμορία σε βάρος των υπηκόων, και οι υπήκοοι από με τη μεριά τους φρόντιζαν μόνο πως θα ξεγελάσουν την κυβέρνηση… Έτσι η ζωή συνεχιζόταν χωρίς προβλήματα και δεν υπήρχαν ούτε πλούσιοι ούτε φτωχοί……
Κάποια στιγμή, δεν είναι γνωστό πως, βρέθηκε στη χώρα ένας τίμιος άνθρωπος. Τη νύχτα, αντί να βγαίνει με το σάκο και το φανάρι, έμενε σπίτι, κάπνιζε και διάβαζε μυθιστορήματα…. Έρχονταν οι κλέφτες έβλεπαν το φως αναμμένο και δεν ανέβαιναν. Το φαινόμενο όμως αυτό διήρκεσε λίγο: ύστερα χρειάστηκε να του εξηγήσουν ότι αν ο ίδιος ήθελε να ζει χωρίς να κάνει τίποτα δεν ήταν αυτός ικανός λόγος να μην αφήνει τους άλλους να κλέβουν. Κάθε νύχτα που αυτός έμενε στο σπίτι του την άλλη μέρα μια οικογένεια δεν είχε να φάει.
Μπροστά σε αυτά τα επιχειρήματα ο τίμιος άνθρωπος δεν μπορούσε να εναντιωθεί. Άρχισε λοιπόν να βγαίνει και εκείνος τα βράδια και επέστρεφε το πρωί, αλλά δεν πήγαινε να κλέψει. Ήταν τίμιος, δεν μπορούσε να αλλάξει. Πήγαινε μέχρι τη γέφυρα και έμενε να παρατηρεί το νερό που κυλούσε από κάτω. Επέστρεφε στο σπίτι του και το εύρισκε διαρρηγμένο. Σε λιγότερο από μια εβδομάδα ο τίμιος βρέθηκε χωρίς χρήματα, χωρίς να έχει τίποτα να φάει, με το σπίτι του άδειο. Μέχρι εδώ όμως το πράγμα δεν ήταν πολύ σοβαρό, διότι ήταν δική του επιλογή. Το χειρότερο ήταν ότι με αυτή του τη συμπεριφορά προκαλούσε μεγάλη αναστάτωση. Διότι άφηνε να του κλέβουν τα πάντα ενώ ο ίδιος δεν έκλεβε κανέναν έτσι υπήρχε μονίμως κάποιος που επιστρέφοντας την αυγή στο σπίτι του το εύρισκε άθικτο. Το σπίτι που κανονικά θα έπρεπε να διαρρήξει εκείνος. Γεγονός είναι ότι μετά από λίγο καιρό αυτοί που δεν ληστεύονταν, βρέθηκαν να είναι πιο πλούσιοι από τους άλλους και δεν ήθελαν πλέον να κλέβουν. Από την άλλη πλευρά αυτοί που έρχονταν να ληστέψουν το σπίτι του τίμιου ανθρώπου το εύρισκαν πάντα άδειο και έτσι κατάντησαν φτωχοί.
Στο μεταξύ όσοι είχαν γίνει πλούσιοι απέκτησαν τη συνήθεια να πηγαίνουν κι αυτοί τη νύχτα στη γέφυρα και να κοιτάνε το νερό που κυλούσε από κάτω. Αυτό μεγάλωσε την αναστάτωση, διότι υπήρξαν πολλοί άλλοι που έγιναν πιο πλούσιοι και πολλοί άλλοι που έγιναν πιο φτωχοί. Οι πλούσιοι όμως κατάλαβαν ότι αν συνέχιζαν να πηγαίνουν στη γέφυρα τη νύχτα, θα γίνονταν μετά από λίγο φτωχοί. Και σκέφτηκαν : «Ας πληρώσουμε τους φτωχούς να πηγαίνουν να κλέβουν για λογαριασμό μας». Ετοίμασαν τα συμβόλαια, κανονίστηκαν οι μισθοί, τα ποσοστά: φυσικά παρέμεναν πάντα κλέφτες, και οι μεν προσπαθούσαν να ξεγελάσουν τους δε. Αλλά όπως συμβαίνει, οι πλούσιοι γίνονταν όλο και πιο πλούσιοι και οι φτωχοί όλο και πιο φτωχοί.
Υπήρχαν πλούσιοι τόσο πλούσιοι που δεν είχαν πλέον ανάγκη να κλέψουν ή να βάλουν άλλους να κλέψουν για να συνεχίσουν να είναι πλούσιοι.. Όμως αν σταματούσαν να κλέβουν θα γίνονταν φτωχοί, διότι οι φτωχοί τους έκλεβαν. Τότε πλήρωσαν τους πιο φτωχούς από τους φτωχούς για να προστατέψουν την περιουσία τους από τους άλλους φτωχούς, κι έτσι θέσπισαν την αστυνομία και έκτισαν φυλακές. Με αυτόν τον τρόπο, ήδη μερικά χρόνια μετά την εμφάνιση του τίμιου ανθρώπου δεν γινόταν πλέον κουβέντα για κλέφτες ή για θύματα κλοπής αλλά μόνο για πλούσιους ή για φτωχούς. Παρ’ όλα αυτά εξακολουθούσαν να είναι όλοι κλέφτες. Τίμιος είχε υπάρξει μόνο εκείνος ο τύπος που είχε πεθάνει σύντομα από πείνα.»
*Από τον Μάκη Προβατά
