Η είδηση για πιθανή εισαγωγή των Attica στο Χρηματιστήριο Αθηνών έχει προκαλέσει έντονη αίσθηση, καθώς πρόκειται για μια κίνηση με πολλαπλές προεκτάσεις.
Πέρα από το επιχειρηματικό ενδιαφέρον που κρύβει μια τέτοια απόφαση, διαθέτει ακόμα έναν ισχυρό συμβολισμό που ξεπερνά τα στενά όρια της εταιρείας.
Πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι αλλιώς, όταν για πρώτη φορά μετά από περισσότερα από 50 χρόνια, ένα πολυκατάστημα επιστρέφει στο ταμπλό, σε μια αγορά όπου το συγκεκριμένο μοντέλο λιανικής είχε σχεδόν εξαφανιστεί από τη χρηματιστηριακή σκηνή.
Σήμερα όμως τα Attica ετοιμάζονται να προχωρήσουν σε μια κίνηση που συνδέεται με το πώς αλλάζει το λιανεμπόριο, πώς επαναπροσδιορίζεται η αξία ενός brand και πώς μια ώριμη πλέον εταιρεία επιλέγει τη σωστή στιγμή για το επόμενο βήμα.
Τι έχει ανακοινωθεί μέχρι τώρα
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν γίνει γνωστές μέχρι σήμερα, η IDEAL Holdings, μέσω της θυγατρικής της Kymora Limited, εξετάζει τη διάθεση μέρους των υφιστάμενων μετοχών της Attica στο επενδυτικό κοινό μέσω δημόσιας προσφοράς.
Παράλληλα, βρίσκεται στο τραπέζι και η εισαγωγή του συνόλου των μετοχών προς διαπραγμάτευση στο Euronext Athens.
Πρόκειται για μια διαδικασία που βρίσκεται ακόμη σε προπαρασκευαστικό στάδιο, καθώς έχουν ξεκινήσει οι απαραίτητες ενέργειες, έχει κατατεθεί ενημερωτικό δελτίο προς έγκριση, ωστόσο η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τις συνθήκες της αγοράς και τις απαιτούμενες εγκρίσεις.
Ένα κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η κίνηση αφορά αποκλειστικά υφιστάμενες μετοχές, καθώς δεν προβλέπεται έκδοση νέων, κάτι που σημαίνει ότι δεν πρόκειται για άντληση κεφαλαίων για την ίδια την εταιρεία, αλλά για μερική αποεπένδυση των σημερινών μετόχων.
Σε κάθε περίπτωση, η IDEAL Holdings αναμένεται να διατηρήσει την πλειοψηφία, περίπου στο 52,5%, μια απόφαση που αποτελεί ταυτοχρόνως ισχυρή δέσμευση για την παρουσία της στην επόμενη ημέρα.
Γιατί η κίνηση θεωρείται ιστορική
Η σημασία της πιθανής εισαγωγής δεν σχετίζεται μόνο με το μέγεθος της Attica, αλλά κυρίως με τον κλάδο στον οποίο ανήκει.
Τα πολυκαταστήματα είχαν κάποτε ενεργή παρουσία στο ελληνικό χρηματιστήριο, κυρίως τις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Ωστόσο, η πορεία αυτών των επιχειρήσεων δεν ήταν μακροπρόθεσμα βιώσιμη, με αποτέλεσμα είτε να κλείσουν είτε να αποχωρήσουν από την αγορά.
Υπενθυμίζεται ότι η Λαμπρόπουλος – που αργότερα εξελίχθηκε στη σημερινή Notos – είχε περάσει πρώτη, το 1967, στο ταμπλό, ενώ μέσα στην ίδια δεκαετία ακολούθησε και η Κατράντζος Σπορ, η πορεία της οποίας διακόπηκε βίαια μετά τους εμπρησμούς του 1980.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 προστέθηκαν η Αθηναία και η Κλαουδάτος, μαζί με την Αφοί Διαμαντή, σε μια περίοδο όπου τα εμπορικά σχήματα αναζητούσαν κεφάλαια και ανάπτυξη μέσω της αγοράς.
Ωστόσο, οι περισσότερες από αυτές τις επιχειρήσεις είτε έκλεισαν είτε αποχώρησαν, ενώ ακόμα και μεταγενέστερες προσπάθειες εισόδου, όπως εκείνη της Άκρον Ιλιον Κρυστάλ στις αρχές των ’90s, δεν ευοδώθηκαν, αποτυπώνοντας τη σταδιακή αποσύνδεση του κλάδου από το χρηματιστήριο για δεκαετίες.
Η επιστροφή, λοιπόν, ενός πολυκαταστήματος σήμερα δεν αποτελεί μια ένδειξη ότι το μοντέλο έχει αλλάξει και μπορεί να σταθεί ξανά σε διαφορετικές βάσεις.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία, καθώς τα Attica δεν εισέρχονται ως μια επιχείρηση που αναζητά κεφάλαια για να επιβιώσει, αλλά ως ένας οργανισμός που ήδη εμφανίζει κερδοφορία, σταθερότητα και προοπτική ανάπτυξης.
Οι λόγοι που οδήγησαν σε μια τέτοια απόφαση
Η χρονική στιγμή που επιλέχθηκε για την κίνηση αυτή συνδέεται με έναν συνδυασμό παραγόντων που δημιουργούν ένα ευνοϊκό περιβάλλον.
Από τη μία πλευρά, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε φάση ανάκαμψης, με τον τουρισμό να ενισχύεται και την εικόνα της χώρας να βελτιώνεται επενδυτικά. Για μια εταιρεία όπως η Attica, που βασίζεται σε σημαντικό βαθμό στην τουριστική κατανάλωση και στο premium κοινό, αυτό αποτελεί κρίσιμο πλεονέκτημα.
Από την άλλη, το ίδιο το Χρηματιστήριο Αθηνών επιχειρεί να αποκτήσει μεγαλύτερη διεθνή ορατότητα και να προσελκύσει ποιοτικές εταιρείες. Σε αυτό το πλαίσιο, μια εταιρεία λιανεμπορίου με ισχυρό brand και σαφή αναπτυξιακή στρατηγική μπορεί να λειτουργήσει ενισχυτικά.
Ταυτόχρονα, η Attica εμφανίζει συνεχή βελτίωση των οικονομικών της επιδόσεων, γεγονός που καθιστά την περίοδο κατάλληλη για αποτίμηση από την αγορά, αφού θα καρπωθεί μέρος της υπεραξίας που έχει δημιουργήσει.
Ποια είναι τα προσδοκώμενα οφέλη
Η εισαγωγή στο Χρηματιστήριο εξυπηρετεί πολλαπλούς στόχους, τόσο για την ίδια την Attica όσο και για τη μητρική της.
Για την εταιρεία, η παρουσία στο ταμπλό σημαίνει μεγαλύτερη διαφάνεια και ενίσχυση της εταιρικής διακυβέρνησης. Παράλληλα, διευρύνεται η μετοχική βάση και δίνεται η δυνατότητα σε νέους επενδυτές να συμμετάσχουν στο «growth story» της.
Για την IDEAL Holdings, η κίνηση έχει έντονο επενδυτικό χαρακτήρα, καθώς επιτρέπει την αποκόμιση υπεραξιών από μια επένδυση που πραγματοποιήθηκε το 2023 με τίμημα 100 εκατ. ευρώ.
Με βάση τις τρέχουσες επιδόσεις, η αποτίμηση της Attica εκτιμάται ότι μπορεί να κινηθεί σημαντικά υψηλότερα, με τις πιο συντηρητικές προβλέψεις να κινούνται στην περιοχή των 180 εκατ. ευρώ.
Από την άλλη, δημιουργεί ρευστότητα που μπορεί να κατευθυνθεί σε νέες επενδύσεις, ενισχύοντας τη στρατηγική ανάπτυξης του ομίλου.
Υπάρχει και ένα τρίτο, λιγότερο προφανές όφελος που είναι η ανάδειξη της συνολικής αξίας του χαρτοφυλακίου, καθώς μέσα από τη διακριτή αποτίμηση της Attica, μπορεί να αναδειχθεί καλύτερα η αξία των επιμέρους δραστηριοτήτων της IDEAL, που τώρα φτάνει κοντά στα 340 εκατ. ευρώ, ποσό που θεωρείται χαμηλό από τους ανθρώπους της.
Η πώληση του 2023 και η επενδυτική λογική
Υπενθυμίζεται ότι η εξαγορά της Attica το 2023 αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες κινήσεις της IDEAL Holdings, που με 100 εκατ. ευρώ απέκτησε τον πλήρη έλεγχο ενός brand με ισχυρή θέση στην αγορά.
Από τότε μέχρι σήμερα, τα μεγέθη της Attica έχουν βελτιωθεί, επιβεβαιώνοντας την επενδυτική επιλογή, ενώ η επικείμενη εισαγωγή μπορεί να θεωρηθεί ως το επόμενο βήμα αυτής της στρατηγικής, δηλαδή πρώτα της απόκτησης, στη συνέχεια της ανάπτυξης και μετά της ανάδειξης της αξίας μέσω της αγοράς.
Σημαντικό είναι ότι η IDEAL δεν αποχωρεί αλλά διατηρεί την πλειοψηφία, κάτι που δείχνει ότι βλέπει περαιτέρω περιθώρια ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια.
Τα οικονομικά δεδομένα υποστηρίζουν την επιλογή
Τα μεγέθη της εταιρείας δείχνουν μια επιχείρηση σε φάση ωρίμανσης αλλά και ανάπτυξης. Το 2025, ο κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε στα 244,2 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 5,3%., ενώ τα καθαρά κέρδη έφτασαν τα 15,43 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 21,2%.
Αντίστοιχα, η λειτουργική κερδοφορία (EBITDA) κινήθηκε ανοδικά, ενώ τα περιθώρια βελτιώθηκαν, παρά την αύξηση του κόστους. Σημαντικό στοιχείο αποτελεί και η ισχυρή ταμειακή θέση, που επιτρέπει στην εταιρεία να χρηματοδοτεί τις επενδύσεις της χωρίς ανάγκη εξωτερικού δανεισμού.
Η ανάπτυξη δεν περιορίζεται μόνο στο οικονομικό σκέλος, καθώς οι επισκέψεις στα καταστήματα, οι συναλλαγές και οι πωλήσεις ανά τετραγωνικό μέτρο παρουσιάζουν αύξηση, ενώ ιδιαίτερη δυναμική καταγράφεται στο ηλεκτρονικό κατάστημα και στις tax free πωλήσεις.
Η πορεία των Attica και το επόμενο βήμα
Από το 2005, όταν άνοιξε το πρώτο κατάστημα στο City Link, μέχρι σήμερα, τα Attica έχουν εξελιχθεί σε σημείο αναφοράς για το premium λιανεμπόριο στην Ελλάδα. Με παρουσία σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, και με στρατηγικά επιλεγμένες τοποθεσίες υψηλής επισκεψιμότητας, έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν ένα ισχυρό brand.
Το επόμενο κεφάλαιο περιλαμβάνει την επέκταση στο Ελληνικό, με παρουσία στο Riviera Galleria, αλλά και την ανάπτυξη μικρότερων θεματικών καταστημάτων, όπως τα attica Beauty.
Η στρατηγική αυτή δείχνει μια εταιρεία που δεν επαναπαύεται. Αντίθετα, επιχειρεί να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες του λιανεμπορίου, επενδύοντας τόσο στη φυσική παρουσία όσο και στο ψηφιακό κανάλι.
Μια κίνηση που θα κριθεί στην πράξη
Αν η κίνηση τελικά προχωρήσει, τα Attica θα σηματοδοτήσουν την επιστροφή ενός ολόκληρου κλάδου που για χρόνια έλειπε από το επενδυτικό προσκήνιο, αυτή τη φορά με διαφορετικούς όρους και πιο σύγχρονες βάσεις.
Το αν θα επιβεβαιωθεί στην πράξη η δυναμική αυτού του εγχειρήματος θα φανεί στην πορεία, όμως ήδη η συζήτηση που ανοίγει δείχνει ότι το ελληνικό λιανεμπόριο μπορεί ακόμη να εξελίσσεται και να διεκδικεί ρόλο σε μια αγορά που αλλάζει.