Η πρόσφατη είσοδος της DECA Investments στη Dotsoft με ποσοστό 40%, έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά από εξαγορές, στρατηγικές συμμετοχές και τοποθετήσεις ισχυρών επιχειρηματικών ομίλων και επενδυτικών κεφαλαίων που αλλάζουν τον χάρτη της ελληνικής πληροφορικής.
Μέσα σε λίγα χρόνια, ο κλάδος πέρασε από την εποχή των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης σε μια νέα φάση, όπου τα επενδυτικά funds, οι εφοπλιστές, μεγάλοι βιομηχανικοί όμιλοι αλλά και διεθνή private equity ανταγωνίζονται για να αποκτήσουν συμμετοχές σε εταιρείες λογισμικού, κυβερνοασφάλειας και ψηφιακών υπηρεσιών, πληρώνοντας σημαντικές υπεραξίες για επιχειρήσεις με υψηλή κερδοφορία και ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης.
Εάν και μέχρι πριν από λίγα χρόνια το ενδιαφέρον επικεντρωνόταν κυρίως στα μεγάλα έργα ψηφιακού μετασχηματισμού του Δημοσίου, σήμερα το ενδιαφέρον έχει μετατοπιστεί στις ίδιες τις εταιρείες που υλοποιούν αυτά τα έργα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Dotsoft. Η εταιρεία, που εξειδικεύεται στις λύσεις για τις Έξυπνες Πόλεις, τον ψηφιακό μετασχηματισμό και τα ολοκληρωμένα πληροφοριακά συστήματα, ολοκλήρωσε στρατηγική συμφωνία με το Diorama Investments II RAIF, το οποίο διαχειρίζεται η DECA Investments. Πρόκειται για μια επένδυση που στόχο έχει να επιταχύνει την επόμενη φάση ανάπτυξης της εταιρείας, χρηματοδοτώντας την ανάπτυξη νέων προϊόντων στους τομείς της Τεχνητής Νοημοσύνης, των data analytics και της επιχειρησιακής ευφυΐας, αλλά και την περαιτέρω διεθνή της επέκταση.
Η βορειοελλαδίτικη εταιρεία πληροφορικής, εισηγμένη στο ΧΑ, μέσα σε μόλις τρία χρόνια παρουσίας στην Εναλλακτική Αγορά του Χρηματιστηρίου, εκτίναξε τον κύκλο εργασιών της από 3,8 εκατ. ευρώ στα 24,8 εκατ. ευρώ, ενώ τα καθαρά της κέρδη αυξήθηκαν από 729 χιλ. ευρώ σε 6,5 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, διαθέτει ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργων που ξεπερνά τα 50 εκατ. ευρώ και EBITDA 9,2 εκατ. ευρώ, μεγέθη που εξηγούν γιατί ένα private equity fund επέλεξε να επενδύσει στην εταιρεία.
Η περίπτωση της Real Consulting και τα εφοπλιστικά κεφάλαια στη πληροφορική
Αυτή η νέα πραγματικότητα, αποτυπώνεται και στην πορεία άλλων εισηγμένων εταιρειών, οι μετοχές των οποίων έχουν ακολουθήσει επίσης ιδιαίτερα ανοδική πορεία τα τελευταία χρόνια, ενώ παράλληλα τα μεγέθη τους παρουσιάζονται αυξημένα σε κάθε χρήση, τόσο σε επίπεδο τζίρου όσο και κερδών.
Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η Real Consulting της οποίας πρόσφατα στο μετοχικό της κεφάλαιο εισήλθαν η Motor Oil, η Intracom, η Blue Oak του Δημήτρη Θεοδωρίδη και η Red Arrow Holdings του Μιλτιάδη Μαρινάκη, αποκτώντας συνολικά το 32,56% της εταιρείας. Παράλληλα, η Real Consulting προχώρησε στην εξαγορά της OTS, δημιουργώντας έναν όμιλο με εκτιμώμενο κύκλο εργασιών άνω των 67 εκατ. ευρώ και EBITDA που αναμένεται να ξεπεράσει τα 14 εκατ. ευρώ.
Ανάλογη ήταν και η πορεία της Q&R, στην οποία πριν από δύο χρόνια απέκτησε το 32% η Σοφία Σωτηράκου, ενώ στη συνέχεια συμμετοχή απέκτησε και ο εφοπλιστής Ηλίας Γκότσης.
Έκτοτε, η εταιρεία έχει επιταχύνει τον μετασχηματισμό της, προχωρώντας σε εξαγορές, ενισχύοντας την παρουσία της στην κυβερνοασφάλεια και προετοιμάζοντας τη διεθνή της επέκταση, με τη χρηματοδότηση να υποστηρίζεται από ομολογιακή έκδοση και πρόσφατη επιτυχημένη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου.
Ακόμη μεγαλύτερου μεγέθους ήταν η εξαγορά της Entersoft από τον όμιλο Olympia του Πάνου Γερμανού έναντι περίπου 240 εκατ. ευρώ, που ακολούθησε τη συγχώνευσή της με τη SoftOne, δημιουργώντας έναν από τους ισχυρότερους παίκτες στο επιχειρησιακό λογισμικό στην Ελλάδα. Αντίστοιχη πορεία ακολούθησε και η Epsilon Net, η οποία πέρασε στον έλεγχο της General Atlantic μέσω της Ginger Digital, σε μία ακόμη συναλλαγή που ανέδειξε τη διάθεση διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων να αποκτήσουν παρουσία στην ελληνική αγορά λογισμικού.
Η αξία του RRF, και η πρόοδος του ψηφιακού μετασχηματισμού
Πίσω από αυτές τις συμφωνίες βρίσκονται συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που καθιστούν τον κλάδο ιδιαίτερα ελκυστικό. Τα μεγάλα έργα ψηφιοποίησης του Δημοσίου, τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης και οι αυξημένες επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα δημιούργησαν μια αγορά δισεκατομμυρίων ευρώ, προσφέροντας στις εταιρείες πληροφορικής υψηλή ορατότητα εσόδων για τα επόμενα χρόνια. Ταυτόχρονα, πολλές από αυτές διαθέτουν επαναλαμβανόμενα έσοδα, υψηλά περιθώρια λειτουργικής κερδοφορίας και σημαντικές δυνατότητες εξαγωγικής ανάπτυξης.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι επενδυτές να είναι πλέον διατεθειμένοι να πληρώσουν σημαντικά υψηλότερες αποτιμήσεις σε σχέση με το παρελθόν. Αν πριν από μερικά χρόνια οι ελληνικές εταιρείες λογισμικού θεωρούνταν υποτιμημένες έναντι αντίστοιχων ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, σήμερα αρκετές συναλλαγές πραγματοποιούνται με σημαντικό premium, καθώς η αγορά προεξοφλεί τη συνέχιση της υψηλής ανάπτυξης και μετά την ολοκλήρωση των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης.