Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα φαινόμενο, που ξεφεύγει από τα όρια των εποχικών διακυμάνσεων και εξελίσσεται σε σταθερό παράγοντα αποσταθεροποίησης του φυσικού και κοινωνικοοικονομικού περιβάλλοντος, τη ξηρασία.
Η αυξανόμενη έντασή της, η συχνότερη εμφάνιση και η γεωγραφική της εξάπλωση καθιστούν σαφές ότι η διαχείρισή της δεν μπορεί να παραμείνει στη σφαίρα των έκτακτων μέτρων, αλλά απαιτεί μακροπρόθεσμες πολιτικές, τεχνολογική ενίσχυση και θεσμική ετοιμότητα. Η θερινή περίοδος του 2025 αποτυπώνει με ιδιαίτερη ευκρίνεια αυτή τη νέα πραγματικότητα.
Σύμφωνα με ανάλυση του AFP, που βασίστηκε στα τελευταία δεδομένα του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου Ξηρασίας και του Copernicus, περισσότερο από το 52% των εδαφών στην Ευρώπη και τη Μεσόγειο επηρεάστηκε από ξηρασία στις αρχές Ιουλίου, το υψηλότερο ποσοστό από την έναρξη συστηματικής καταγραφής του φαινομένου το 2012.
Στις αρχές Ιουλίου, περισσότερο από το 52% των εδαφών στην Ευρώπη και την ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου επηρεάστηκε από ξηρασία, αγγίζοντας το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί από το 2012, χρονιά κατά την οποία ξεκίνησε η συστηματική παρακολούθηση της εξέλιξης του φαινομένου. Παρά το γεγονός ότι σημειώθηκε μικρή υποχώρηση σε σχέση με το τέλος Ιουνίου, οπότε η ένδειξη είχε φτάσει στο πρωτοφανές 55,5%, η έκταση και η σοβαρότητα του φαινομένου διατηρούνται σε επίπεδα που υποδηλώνουν την εδραίωσή του ως στοιχείο μόνιμης πίεσης στο ευρωπαϊκό φυσικό και κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον.
Η εκτίμηση της έντασης και της γεωγραφικής εξάπλωσης της ξηρασίας δεν βασίζεται σε μεμονωμένα καιρικά φαινόμενα, αλλά σε ένα πολυπαραμετρικό μοντέλο που αξιολογεί τη βροχόπτωση, την υγρασία του εδάφους και τη βιοφυσική κατάσταση της βλάστησης. Οι ενδείξεις ταξινομούνται σε τρία στάδια επιδείνωσης – παρακολούθησης, προειδοποίησης και συναγερμού -προσφέροντας τη δυνατότητα ταχύτερης ανταπόκρισης από τις τοπικές και εθνικές αρχές. Ωστόσο, τα δεδομένα που προκύπτουν το καλοκαίρι του 2025 δεν αφήνουν περιθώριο εφησυχασμού, καθώς η συχνότητα εμφάνισης, η χωρική εξάπλωση και οι κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις της ξηρασίας αυξάνονται ανησυχητικά, με περιοχές, όπως η Ανατολική Ευρώπη, να βρίσκονται σταθερά στο επίκεντρο της πίεσης.
Η κατάσταση στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη αποτυπώνεται ως ιδιαίτερα επιβαρυμένη. Στη Σερβία, το Κόσοβο και τη Βουλγαρία, σχεδόν το σύνολο των εδαφών βρίσκεται σε κάποια μορφή ξηρασίας, ενώ σημαντικό ποσοστό βρίσκεται στο υψηλότερο στάδιο συναγερμού. Στη Βουλγαρία, οι ελλείψεις σε υδάτινους πόρους κατέστησαν ορατές με δραματικό τρόπο μέσα στον Ιούλιο, οδηγώντας σε εκτεταμένες διακοπές υδροδότησης για περισσότερους από 150.000 κατοίκους. Τα προβλήματα αυτά αντανακλούν τη διαχρονική υποβάθμιση των υποδομών, την αδυναμία μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και την ανεπάρκεια προσαρμοστικών μηχανισμών σε μια περιοχή που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της κλιματικής μεταβολής. Αντίστοιχα, στην Ουγγαρία, το ποσοστό των περιοχών σε συναγερμό σχεδόν διπλασιάστηκε μέσα σε λίγες ημέρες, αποτυπώνοντας τη ραγδαία επιδείνωση των υδρολογικών συνθηκών.
Στη νοτιοανατολική λεκάνη της Μεσογείου, οι πιέσεις είναι εξίσου σοβαρές και εντείνονται από τη συνδυασμένη επίδραση της ξηρασίας με άλλους επιβαρυντικούς παράγοντες. Στην Αρμενία, το 95% των εδαφών βρίσκεται υπό καθεστώς έντονης ξηρασίας, ενώ στην Τουρκία το πρόβλημα αποκτά διαστάσεις εθνικής εμβέλειας, από την στιγμή που η παρατεταμένη ανομβρία και οι ισχυροί άνεμοι έχουν προκαλέσει εκατοντάδες πυρκαγιές, με σοβαρές συνέπειες για τις δασικές εκτάσεις και τις αγροτικές περιοχές. Στη Συρία, όπου η ανθεκτικότητα των υποδομών είναι ήδη εξαιρετικά περιορισμένη, η ξηρασία έχει επηρεάσει περίπου τη μισή επικράτεια, απειλώντας τη φετινή παραγωγή σιταριού και εκθέτοντας περισσότερα από 16 εκατομμύρια ανθρώπους σε επισιτιστική επισφάλεια, σύμφωνα με τα στοιχεία των διεθνών οργανισμών.
Σε αντίθεση με τη γενικευμένη πίεση στην ανατολική πλευρά της ηπείρου, η εικόνα στη δυτική Ευρώπη εμφανίζεται διαφορετική. Το Ηνωμένο Βασίλειο καταγράφει αυξανόμενες πιέσεις, με το ποσοστό των εδαφών σε συναγερμό να φθάνει το 18%, ενώ η Γαλλία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ξηρασίας στο 66% της έκτασής της, με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση στο δυτικό της τμήμα. Αντιθέτως, στην Ιβηρική Χερσόνησο η κατάσταση φαίνεται πιο ελεγχόμενη, καθώς η Ισπανία και η Πορτογαλία καταγράφουν εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά ξηρασίας, μόλις 6% και 1% αντίστοιχα, γεγονός που συνδέεται αφενός με τις βροχοπτώσεις των προηγούμενων μηνών και αφετέρου με τις επενδύσεις σε στρατηγικές πρόληψης και διαχείρισης των υδάτινων αποθεμάτων.
Η διαρκής παρουσία της ξηρασίας σε όλο και μεγαλύτερα τμήματα της Ευρώπης δεν αποτελεί μεμονωμένο κλιματικό γεγονός, αλλά ένα σύμπτωμα ενός βαθύτερου προβλήματος. Η κλιματική μεταβολή εντείνει τις φυσικές αστάθειες, αλλά η ευπάθεια των υποδομών, η περιορισμένη επάρκεια των αποθεμάτων νερού, η απουσία μακροπρόθεσμης διαχείρισης και η κατακερματισμένη πολιτική βούληση σε επίπεδο Ε.Ε. επιτείνουν την ένταση και τη διάρκεια των κρίσεων. Η αντιμετώπιση της ξηρασίας δεν μπορεί να εξαντλείται σε αντιδράσεις ανάγκης. Χρειάζεται ένας οριζόντιος σχεδιασμός που να ενσωματώνει την πρόληψη, την αποδοτική κατανάλωση, την τεχνολογική καινοτομία και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας τόσο των αγροτικών οικοσυστημάτων όσο και των αστικών δομών.
Η ξηρασία μετατρέπεται σταδιακά σε έναν από τους κεντρικούς δείκτες του βαθμού προσαρμοστικότητας των ευρωπαϊκών κοινωνιών στην εποχή της κλιματικής αβεβαιότητας. Η διαχείρισή της, επομένως, δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντικό ζητούμενο, αλλά και κρίσιμο πεδίο δημοκρατικής ωριμότητας και κοινωνικής συνοχής.
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.