30 Νοέ 2025
READING

Ανοδική διεθνής πορεία για φέτα και γιαούρτι, επισφαλής η ισορροπία στην παραγωγή γάλακτος

4 MIN READ

Ανοδική διεθνής πορεία για φέτα και γιαούρτι, επισφαλής η ισορροπία στην παραγωγή γάλακτος

Ανοδική διεθνής πορεία για φέτα και γιαούρτι, επισφαλής η ισορροπία στην παραγωγή γάλακτος

Η ελληνική γαλακτοβιομηχανία οδεύει προς το 2026 σε ένα περιβάλλον όπου οι ευκαιρίες και οι προκλήσεις συνυπάρχουν. Η διεθνής ζήτηση για ελληνικά προϊόντα παραμένει υψηλή και συνεχίζει να ενισχύει την εικόνα του κλάδου, ιδιαίτερα σε αγορές που αναγνωρίζουν σταθερά τη διατροφική υπεροχή της φέτας και του στραγγιστού γιαουρτιού. Παράλληλα, όμως, η παραγωγή πρώτης ύλης βρίσκεται υπό έντονη πίεση, γεγονός που αναγκάζει τις επιχειρήσεις να προσαρμόσουν τον σχεδιασμό τους σε μια πραγματικότητα αυξημένου κόστους και περιορισμένης διαθεσιμότητας πρόβειου γάλακτος. Μέσα σε αυτό το τοπίο, παρατηρείται ισχυρός επενδυτικός παλμός, αλλά και τάσεις συγκέντρωσης που αναδιαμορφώνουν τον χάρτη της βιομηχανίας.

Το μεγαλύτερο αγκάθι αφορά την παραγωγή γάλακτος. Η παρατεταμένη εξάπλωση της ευλογιάς στα αιγοπρόβατα έχει οδηγήσει σε απώλεια περίπου 400.000 ζώων, από τα οποία τα μισά ήταν γαλακτοπαραγωγά. Η μείωση αυτή αντιστοιχεί σε έλλειμμα περίπου 70.000 τόνων πρόβειου γάλακτος, ενώ η παραγωγή φέτας έχει περιοριστεί κατά τουλάχιστον 25.000 τόνους.

Παρά τις πιέσεις αυτές, οι εξαγωγές παραμένουν ο πιο σταθερός μοχλός ανάπτυξης για τον κλάδο. Στο διάστημα Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2025, οι συνολικές εξαγωγές φέτας και ελληνικού γιαουρτιού άγγιξαν τα 1,255 δισεκατομμύρια ευρώ. Η φέτα, που κυριαρχεί στην κατηγορία των τυριών, κατέγραψε εξαγωγές 839,6 εκατ. ευρώ, αντιστοιχώντας σε 109.237 τόνους προϊόντος και παρουσιάζοντας αύξηση περίπου 9% σε αξία και 11% σε όγκο σε σχέση με το 2024. Πλέον περίπου το 70% της ελληνικής παραγωγής κατευθύνεται στο εξωτερικό.

Στο ελληνικό γιαούρτι, η εικόνα είναι ακόμη πιο δυναμική. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 40,2% σε αξία, φτάνοντας τα 415,3 εκατ. ευρώ μέσα σε έναν χρόνο. Ο όγκος των εξαγωγών ανέβηκε από 127.908 τόνους στους 181.267 τόνους, εξέλιξη που ανέβασε το προϊόν από τη 17η στη 11η θέση των πλέον εξαγώγιμων ελληνικών προϊόντων. Το στραγγιστό γιαούρτι ενισχύει πλέον με συστηματικό τρόπο την παγκόσμια παρουσία του και αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ελληνικά τρόφιμα σε διεθνές επίπεδο.

Σε επίπεδο επιχειρηματικών κινήσεων, η εξαγορά της Δωδώνη από τα Ελληνικά Γαλακτοκομεία έναντι 205 εκατ. ευρώ αποτέλεσε σημείο-σταθμό. Η συναλλαγή αυτή αναδιατάσσει τις ισορροπίες στον κλάδο, ενισχύοντας σημαντικά το μέγεθος και τις δυνατότητες του ομίλου της οικογένειας Σαράντη. Παράλληλα, ο όμιλος προχωρά σε φιλόδοξο επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 300 εκατ. ευρώ, το οποίο περιλαμβάνει τη δημιουργία νέας σύγχρονης μονάδας στα Ιωάννινα και ενίσχυση της συνεργασίας με τον πρωτογενή τομέα. Για το 2025 τα έσοδα του ομίλου αναμένεται να προσεγγίσουν τα 700 εκατ. ευρώ, ενώ για το 2026 η εκτίμηση τοποθετείται κοντά στα 900 εκατ. ευρώ.

Παράλληλα, οι υπόλοιποι μεγάλοι παραγωγοί κινούνται με ανάλογη δυναμική. Η Κρι Κρι υλοποιεί επέκταση παραγωγής ύψους 10,09 εκατ. ευρώ και προχωρά το πρόγραμμα Greek Dynamo που προϋπολογίζεται στα 52 εκατ. ευρώ, με στόχο τον διπλασιασμό της παραγωγής γιαουρτιού μέχρι το 2026. Στο πρώτο εξάμηνο του 2025, οι πωλήσεις της ανήλθαν σε 161,9 εκατ. ευρώ, ενώ οι εξαγωγές άγγιξαν τα 97,5 εκατ. ευρώ με αύξηση κοντά στο 40%. Τα καθαρά κέρδη υποχώρησαν στα 19,4 εκατ. ευρώ λόγω του αυξημένου κόστους πρώτων υλών.

Η ΜΕΒΓΑΛ έχει ολοκληρώσει επένδυση ύψους 12,461 εκατ. ευρώ για την ενίσχυση της παραγωγής φέτας ΠΟΠ, ανταποκρινόμενη στη σταθερά υψηλή διεθνή ζήτηση για το προϊόν. Την ίδια στιγμή, στην αγορά παραμένει ανοικτή η συζήτηση για το μέλλον της ΔΕΛΤΑ που ανήκει στο CVC, με την αποτίμηση της εταιρείας να εξαρτάται τόσο από τη διαθεσιμότητα πρώτης ύλης όσο και από τις προοπτικές των εξαγωγών.

Παρά τα εμπόδια, ο κλάδος των τροφίμων συνολικά εμφανίζει αύξηση 10,2% στο εννεάμηνο του 2025, σύμφωνα με τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Εξαγωγέων, με τα γαλακτοκομικά να αποτελούν έναν από τους βασικούς μοχλούς αυτής της ανόδου. Ωστόσο, το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να λειτουργεί ανασταλτικά, καθώς οι ελληνικές βιομηχανίες επιβαρύνονται με τιμές ρεύματος περίπου 45% υψηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Με όλα αυτά ως δεδομένα, ο κλάδος οδεύει στο 2026 με ισχυρή εξαγωγική δυναμική, με μεγάλες επενδύσεις σε εξέλιξη, αλλά και με κρίσιμες προκλήσεις που θα καθορίσουν την πορεία του τα επόμενα χρόνια. Η ισορροπία ανάμεσα στη ζήτηση και στη διαθεσιμότητα πρώτης ύλης θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό την ταχύτητα ανάπτυξης, ενώ η ικανότητα των επιχειρήσεων να εκσυγχρονίσουν τις υποδομές και να ενισχύσουν την παραγωγική βάση τους θα καθορίσει τη θέση της ελληνικής γαλακτοβιομηχανίας στη διεθνή αγορά.

Συνδεθείτε παρακάτω
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.