Με πορεία που εκτείνεται σε περισσότερες από τρεις δεκαετίες, η Profarm αποτελεί σήμερα τον ισχυρότερο όμιλο ιδιωτικών συμφερόντων στον χώρο του φαρμακεμπορίου στην Ελλάδα. Η πορεία της εταιρείας ξεκίνησε από ένα μικρό επιχειρηματικό εγχείρημα στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και σταδιακά εξελίχθηκε σε έναν σύγχρονο όμιλο με ισχυρό αποτύπωμα στην εφοδιαστική αλυσίδα του φαρμάκου και κύκλο εργασιών που ξεπερνά τα 300 εκατ. ευρώ.
Η ιστορία της Profarm ξεκινά το 1993, όταν οι φαρμακοποιοί Αυγουστίνος Καλλιβρούσης και Θεόδωρος Σκυλακάκης εγκαινίασαν τη συνεργασία τους, ιδρύοντας τη φαρμακαποθήκη Profarm O.E. Στόχος τους την εποχή εκείνη ήταν η δημιουργία μιας επιχείρησης, που θα παρείχε αξιόπιστη και γρήγορη τροφοδοσία στα ελληνικά φαρμακεία. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο κλάδος βρισκόταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο οργάνωσης. Με διαδοχικά βήματα και έμφαση στην ποιότητα υπηρεσιών, η αρχική αυτή δραστηριότητα αποτέλεσε τον πυρήνα για τη διαμόρφωση του σημερινού ομίλου. Οι δύο ιδρυτές της διέβλεψαν τις μελλοντικές ευκαιρίες που υπήρχαν στον κλάδο τους, και κατάφεραν να διευρύνουν το εκτόπισμα και τη δραστηριότητά της. Οι δύο πρώην συμφοιτητές και στενοί φίλοι είχαν αποφασίσει από την πρώτη στιγμή, ότι δεν επιθυμούσαν να δημιουργήσουν δικό τους φαρμακείο. Από την άλλη, δεδομένου ότι δεν διέθεταν επαρκείς οικονομικούς πόρους για να δραστηριοποιηθούν στη φαρμακοβιομηχανία, αποφάσισαν να ασχοληθούν με την εμπορική δραστηριότητα, δημιουργώντας τη δική τους φαρμακαποθήκη. Κοινό όραμα και των δύο ήταν να πετύχουν την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συγκέντρωση στον κλάδο, κάτι που στη συνέχεια μέσα από τις κινήσεις τους αποδείχτηκε ότι κατάφεραν. Αυτό που διαφοροποίησε τους δύο επιχειρηματίες στην έντονα ανταγωνιστική αγορά του φαρμάκου ήταν η ολοκληρωμένη παροχή προϊόντων και υπηρεσιών, η ταχύτητα παραδόσεων στα φαρμακεία, η χρηματοοικονομική της ευρωστία αλλά και το γεγονός ότι αμφότεροι οι ιδρυτές της, γνωρίζουν στενά τα τεκταινόμενα στις αγορές, όντας ευέλικτοι ανά πάσα στιγμή να προσαρμοστούν στα δεδομένα που προκύπτουν.
Σήμερα, η Profarm συνεργάζεται με χιλιάδες φαρμακεία πανελλαδικά, παραδίδοντας πλήρη γκάμα φαρμακευτικών και παραφαρμακευτικών προϊόντων στα τελικά σημεία διάθεσης.
Η απόκτηση πλειοψηφίας της Emma Capital κομβικής σημασίας για την περαιτέρω ανάπτυξη
Σημαντικό ορόσημο στην αναπτυξιακή πορεία του ομίλου αποτέλεσε η εξαγορά της Β. Τσίτσας Α.Ε. και η στρατηγική συνεργασία με την Emma Capital, η οποία απέκτησε πλειοψηφικό ποσοστό συμμετοχής. Η είσοδος της Emma Capital, συμφερόντων του επιχειρηματία Jiri Smejc, γνωστού από την επένδυσή του στον ΟΠΑΠ, σηματοδότησε την πρώτη μεγάλη ξένη επενδυτική τοποθέτηση στον ελληνικό κλάδο των φαρμακαποθηκών και λειτούργησε ως καταλύτης για την περαιτέρω ανάπτυξη του ομίλου. Θυμίζουμε ότι η Emma Capital έχει επενδύσει μεταξύ άλλων σε εταιρείες όπως η Box Now, με αντικείμενο την τοποθέτηση έξυπνων θυρίδων εξυπηρέτηση παραγγελιών μέσω του ηλεκτρονικού εμπορίου, σε συνεργασία με τον όμιλο Olympia Group του Πάνου Γερμανού.
Τα τελευταία χρόνια η Profarm προχώρησε σε σημαντικό αριθμό εξαγορών και συνεργασιών, προχωρώντας στην απόκτηση της El-Pharm Α.Ε., στην ίδρυση της εμπορικής φαρμακευτικής εταιρείας PerSe Pharmaceuticals και στη συμμετοχή σε σχήματα όπως το Pharma Group και η Integris Pharma. Παράλληλα, επένδυσε στον τομέα των παραφαρμακευτικών μέσω της Medworld, διατηρώντας ταυτόχρονα τη συνεργασία με τη Pharmanet A.E. στο Αγρίνιο.
Η στρατηγική αυτή διαφοροποίησης και επέκτασης ενίσχυσε το επιχειρηματικό αποτύπωμα της Profarm σε όλο το φάσμα της φαρμακευτικής αγοράς, από τη χονδρική διανομή μέχρι το εμπορικό φάρμακο και τα συμπληρώματα διατροφής.
Αύξηση τζίρου 75%, πάνω από τα 340 εκατ. ευρώ
Σε οικονομικό επίπεδο, το 2024 αποτέλεσε χρονιά-ορόσημο για την Profarm. Ο όμιλος κατέγραψε έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στην ελληνική αγορά μεταξύ των επιχειρήσεων με τζίρο άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ, αυξάνοντας τον κύκλο εργασιών του κατά περίπου 75%, από 195,07 εκατ. ευρώ το 2023 σε 340,6 εκατ. ευρώ.
Ισχυρή αύξηση της κερδοφορίας
Παράλληλα, τα οικονομικά στοιχεία δείχνουν σημαντική βελτίωση της κερδοφορίας. Τα μικτά κέρδη του ομίλου σχεδόν διπλασιάστηκαν, ενώ τα αποτελέσματα προ φόρων και τα καθαρά κέρδη κινήθηκαν έντονα ανοδικά. Η αύξηση των πωλήσεων, σε συνδυασμό με τον έλεγχο των λειτουργικών δαπανών και τις οικονομίες κλίμακας, ενίσχυσαν τη λειτουργική αποδοτικότητα και τη χρηματοοικονομική ευρωστία της εταιρείας. Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα οικονομικά στοιχεία, το 2024 αποτέλεσε χρονιά καμπής για τον όμιλο, καθώς η σημαντική άνοδος των πωλήσεων συνοδεύτηκε από αισθητή βελτίωση των περιθωρίων κέρδους και της λειτουργικής αποδοτικότητας. Τα μεικτά κέρδη του ομίλου διαμορφώθηκαν σε 38,44 εκατ. ευρώ, έναντι 22,78 εκατ. ευρώ το 2023, καταγράφοντας αύξηση άνω του 68%. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τόσο την ενίσχυση των όγκων πωλήσεων όσο και τη βελτιωμένη διαχείριση του κόστους.
Παράλληλα, τα αποτελέσματα προ φόρων, χρηματοδοτικών και επενδυτικών αποτελεσμάτων (EBIT) ανήλθαν σε 12,06 εκατ. ευρώ, από 7,25 εκατ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα, σημειώνοντας άνοδο περίπου 66%. Σε επίπεδο καθαρής κερδοφορίας, τα κέρδη μετά από τους φόρους για τον όμιλο ανήλθαν το 2024 σε 6,74 εκατ. ευρώ, έναντι 3,79 εκατ. ευρώ το 2023, παρουσιάζοντας σχεδόν διπλασιασμό. Αντίστοιχα, σε επίπεδο μητρικής εταιρείας, τα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν σε 4,75 εκατ. ευρώ, από μόλις 675 χιλ. ευρώ την προηγούμενη χρήση.