Ο εφοπλιστής Αθανάσιος Μαρτίνος ανήκει σε εκείνη τη γενιά των Ελλήνων πλοιοκτητών που δεν κληρονόμησαν απλώς μια ναυτιλιακή δραστηριότητα, αλλά τη μεγάλωσαν μέσα από δεκαετίες προσωπικής ενασχόλησης με τη θάλασσα και τις αγορές. Σπούδασε οικονομικά στο Λονδίνο και στο Οικονομικό της Νομικής, ωστόσο η πραγματική του εκπαίδευση ήρθε πολύ νωρίτερα, μέσα από την καθημερινή επαφή με τη ναυτιλία. Η οικογενειακή δραστηριότητα ξεκίνησε το 1964, όταν η μητέρα του απέκτησε το πρώτο πλοίο, θέτοντας τα θεμέλια για τη δημιουργία της Thenamaris κι ο ίδιος ήταν μόλις 14. Ξεκίνησε κρατώντας λογαριασμούς εσόδων και εξόδων και μαθαίνοντας στην πράξη τη δουλειά. Η ίδια η Νουνού Μαρτίνου έχει αναφέρει ότι ο Θανάσης ήταν ο βασικός της συνοδοιπόρος στην προσπάθεια να στηθεί η εταιρεία από το μηδέν. Μεγάλωσε στη Γλυφάδα, μια περιοχή όπου η καθημερινότητα ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τη θάλασσα, ενώ σημαντικό σχολείο αποτέλεσε και η θητεία του σε ναυτιλιακά γραφεία Χιωτών στο Λονδίνο.
Η ναυτιλιακή πορεία του Θανάση Μαρτίνου συνδέθηκε από νωρίς με την ανάπτυξη της Thenamaris, μιας εταιρείας που μέσα σε λίγα χρόνια κατάφερε να μετατραπεί σε σημαντικό παίκτη της διεθνούς ναυτιλίας. Η στρατηγική που ακολουθήθηκε ήταν επιθετική για τα δεδομένα της εποχής, περιλάμβανε επενδύσεις σε νέο στόλο και ανάληψη δανειακών υποχρεώσεων, με στόχο τη γρήγορη επέκταση. Το ρίσκο απέδωσε. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, η εταιρεία διαχειριζόταν ήδη στόλο 36 πλοίων συνολικής μεταφορικής ικανότητας περίπου 800.000 dwt. Στο μέτωπο των ναυλώσεων, η επιλογή των χρονοναυλώσεων αποδείχθηκε καθοριστική.
Σημαντικός σταθμός στην πορεία του Θανάση Μαρτίνου ήταν το 1990, όταν αποφάσισε να αποχωρήσει από την οικογενειακή επιχείρηση. Με τη συμφωνία που ακολούθησε, πήρε τα πλοία που αντιστοιχούσαν στο μερίδιό του, όλα ελεύθερα από δανειακές υποχρεώσεις, ανοίγοντας τον δρόμο για μια νέα επιχειρηματική διαδρομή. Από αυτή τη βάση δημιουργήθηκε η Eastern Mediterranean Maritime, η ναυτιλιακή που σήμερα αποτελεί τον βασικό πυλώνα της δραστηριότητάς του. Με ιστορία άνω των 40 ετών, η εταιρεία διαθέτει στόλο περίπου 78 πλοίων συνολικής χωρητικότητας που φτάνει τα 7,2 εκατ. dwt, δραστηριοποιούμενη στα δεξαμενόπλοια, στην αγορά ξηρού φορτίου αλλά και στη μεταφορά εμπορευματοκιβωτίων. Στην ξηρά απασχολεί περίπου 200 εργαζόμενους, ενώ συνολικά στα πλοία της εργάζονται περίπου 3.000 ναυτικοί.
Ένα από τα στοιχεία που ξεχωρίζουν στη φιλοσοφία διοίκησης του εφοπλιστή είναι η συμμετοχή των στελεχών στην επιχείρηση. Από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της εταιρείας, μετοχές δίνονταν σε στελέχη, πλοιάρχους και βασικούς συνεργάτες, ως κίνητρο ώστε να αντιμετωπίζουν την εταιρεία ως δική τους υπόθεση. Ο ίδιος έχει επισημάνει επανειλημμένα ότι η ναυτιλία απαιτεί όχι μόνο γνώση αλλά και «μια έφεση στην περιπέτεια». Όπως λέει, το κοινό χαρακτηριστικό των μεγάλων πλοιοκτητών είναι η αφοσίωση στο επάγγελμα, η εργατικότητα και η εξοικείωση με το ρίσκο. Παράλληλα με τη ναυτιλία, ο Θανάσης Μαρτίνος έχει επενδύσει και σε ακίνητα, κυρίως στα Νότια Προάστια της Αθήνας, όπου βρίσκεται και η έδρα της εταιρείας του στη Γλυφάδα.
Πέρα από τη ναυτιλία, ο Αθανάσιος Μαρτίνος έχει αναπτύξει έντονη κοινωφελή δραστηριότητα, με ιδιαίτερη έμφαση στην Εκκλησία, την υγεία και την εκπαίδευση. Οι στενές του σχέσεις με την Ορθόδοξη Εκκλησία αποτυπώνονται και στις τιμητικές διακρίσεις που έχει λάβει από πολλές Ιερές Μητροπόλεις της Εκκλησία της Ελλάδος, μεταξύ των οποίων το Ανώτατο Παράσημο του Αγίου Διονυσίου από την Ιερά Μητρόπολη Ζακύνθου, ο Μεγαλόσταυρος του Αγίου Σπυρίδωνος από την Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς και αντίστοιχες τιμές από άλλες μητροπόλεις της χώρας. Η φιλανθρωπική του δραστηριότητα οργανώθηκε συστηματικά μέσα από το Ίδρυμα Αθανασίου και Μαρίνας Μαρτίνου και την ΑΙΓΕΑΣ ΑΜΚΕ, φορείς μέσω των οποίων χρηματοδοτούνται δράσεις σε υγεία, παιδεία και πολιτισμό. Την περίοδο της οικονομικής κρίσης αλλά και στα χρόνια της πανδημίας, οι πρωτοβουλίες αυτές ενισχύθηκαν, καλύπτοντας κενά που δημιουργήθηκαν στη χρηματοδότηση δημόσιων δομών. Σημαντικές παρεμβάσεις έχουν γίνει στον χώρο της υγείας, όπως η ενίσχυση της Μονάδας Τεχνητού Νεφρού στο Σισμανόγλειο Γενικό Νοσοκομείο, ενώ στα μεγάλα έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη περιλαμβάνεται και η αποκατάσταση της Θεολογική Σχολή της Χάλκης, η οποία ξεκίνησε το 2024.
Η προσωπική του σχέση με τη φιλανθρωπία έχει και βαθιά προσωπική διάσταση. Μετά την απώλεια της κόρης του Αθηνάς, η οικογένεια στράφηκε στη χρηματοδότηση ιατρικής έρευνας, μεταξύ άλλων στο Massachusetts General Hospital. Παράλληλα, ο εφοπλιστής συνεχίζει και μια παλιά οικογενειακή παράδοση, ως συλλέκτης εικόνων, αντικών και παραδοσιακών αντικειμένων.