Η ελληνική πίτα για μια σειρά δεκαετιών αποτελούσε ένα παραδοσιακό προϊόν που απευθυνόταν σε μεγάλο βαθμό στην εγχώρια αγορά ή στις κοινότητες των Ελλήνων του εξωτερικού.
Τα τελευταία χρόνια, οι μεγάλες βιομηχανίες του κλάδου επιχειρούν να τη μετατρέψουν σε ένα διεθνές προϊόν ευκολίας, ικανό να σταθεί στα ψυγεία των ξένων σούπερ μάρκετ, στα ξενοδοχεία και στα δίκτυα οργανωμένης εστίασης.
Η σπανακόπιτα, η τυρόπιτα, η μπουγάτσα και το κουλούρι Θεσσαλονίκης εντάσσονται πλέον σε χαρτοφυλάκια εκατοντάδων κωδικών, μαζί με κρουασάν, πίτσες, ατομικά σνακ, vegan προϊόντα και προψημένες λύσεις.
Πίσω από τις συσκευασίες βρίσκεται ένας κλάδος με τζίρους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, επενδύσεις σε νέες γραμμές παραγωγής και όλο και εντονότερο ενδιαφέρον από ελληνικούς και διεθνείς επενδυτικούς ομίλους.
Έτσι, η απόκτηση παραγωγικής βάσης στον Καναδά από την Alfa Pastry, τα σχέδια της Ιωνικής για ενίσχυση της παρουσίας της στη Μέση Ανατολή και το γεγονός ότι περισσότερο από το μισό του τζίρου της Ελληνικής Ζύμης προέρχεται από διεθνείς αγορές είναι κομμάτια μιας αλλαγής που συντελείται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Από το εργαστήριο στη βιομηχανική παραγωγή
Για πολλές δεκαετίες, η παραγωγή πίτας στην Ελλάδα παρέμενε συνδεδεμένη με μικρά αρτοποιεία, οικογενειακά εργαστήρια και τοπικές συνταγές. Η μετάβαση στη βιομηχανική παραγωγή επιταχύνθηκε καθώς αναπτύχθηκαν τα σούπερ μάρκετ, η οικιακή κατάψυξη και η ζήτηση για προϊόντα που μπορούσαν να αποθηκευτούν και να ψηθούν εύκολα στο σπίτι.
Η αλλαγή δεν ήταν απλή, καθώς η πίτα έπρεπε να διατηρεί την εικόνα του χειροποίητου φαγητού, αλλά να παράγεται σε χιλιάδες τεμάχια με σταθερό βάρος, γεύση και εμφάνιση. Το φύλλο, η γέμιση, η διαδικασία κατάψυξης και η συσκευασία έπρεπε να προσαρμοστούν στις ανάγκες μιας οργανωμένης γραμμής παραγωγής, χωρίς το αποτέλεσμα να χάνει εντελώς τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής συνταγής.
Πάνω σε αυτή την αλλαγή δημιουργήθηκαν επιχειρήσεις που ξεκίνησαν από μικρές μονάδες σε περιοχές όπως η Κοζάνη, η Θεσσαλονίκη και η Εύβοια και εξελίχθηκαν σε βιομηχανίες με σύγχρονα εργοστάσια, δίκτυα διανομής και παρουσία σε δεκάδες χώρες.
Η πίτα πέρασε έτσι από την κατηγορία του τοπικού φαγητού σε μια πολύ μεγαλύτερη αγορά κατεψυγμένων αρτοσκευασμάτων. Σε αυτήν, η παραγωγική δυναμικότητα, η ταχύτητα παράδοσης και η δυνατότητα προσαρμογής στις απαιτήσεις κάθε πελάτη έχουν συχνά την ίδια βαρύτητα με τη συνταγή.
Η διεθνής αγορά ευνοεί τα κατεψυγμένα
Η εξωστρέφεια των ελληνικών εταιρειών ενισχύεται από τις ευρύτερες αλλαγές στον τρόπο κατανάλωσης. Η διεθνής αγορά κατεψυγμένης ζύμης εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από 26,29 δισ. δολάρια το 2026 σε 36,18 δισ. δολάρια το 2031, καθώς τα νοικοκυριά αναζητούν εύκολες λύσεις και οι επιχειρήσεις εστίασης στρέφονται σε προϊόντα που προσφέρουν σταθερή ποιότητα και περιορίζουν τις απώλειες.
Για ένα ξενοδοχείο, μια καφετέρια ή έναν φούρνο, το κατεψυγμένο προϊόν μπορεί να ψήνεται ανάλογα με τη ζήτηση. Παράλληλα, περιορίζει την ανάγκη για εξειδικευμένο προσωπικό και επιτρέπει την προσφορά μεγαλύτερης ποικιλίας χωρίς να απαιτείται παραγωγή από την αρχή μέσα στο κατάστημα.
Η πίτα έχει ένα επιπλέον πλεονέκτημα. Συνδέεται με τη μεσογειακή διατροφή, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να καταναλωθεί ως γρήγορο πρωινό, σνακ ή ελαφρύ γεύμα. Με τον σωστό τρόπο τοποθέτησης δεν απευθύνεται μόνο στον καταναλωτή που γνωρίζει την ελληνική κουζίνα, αλλά συμμετέχει στη διεθνή αγορά των εύκολων γευμάτων.
Η Alfa αποκτά παραγωγική βάση στον Καναδά
Η Alfa Pastry αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση εταιρείας που περνά από το μοντέλο των εξαγωγών στη δημιουργία τοπικής παραγωγικής παρουσίας.
Η εταιρεία, η ιστορία της οποίας ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1950 στην Κοζάνη, διαθέτει πλέον προϊόντα σε 26 χώρες στην Ευρώπη, στη Βόρεια Αμερική, στην Αυστραλία και στην Ασία. Το 2025 ο κύκλος εργασιών της αυξήθηκε στα 76,23 εκατ. ευρώ από 68,97 εκατ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα.
Το σημαντικότερο βήμα έγινε την ίδια χρονιά. Η Alfa απέκτησε το 100% της αμερικανικής θυγατρικής Alfa Holdings USA και μέσω αυτής το 70% της καναδικής Trio Bakery. Η συμφωνία έδωσε στην ελληνική εταιρεία την πρώτη παραγωγική της βάση στη Βόρεια Αμερική, μειώνοντας την εξάρτηση από τη μεταφορά κατεψυγμένων προϊόντων από την Ελλάδα.
Η τοπική παραγωγή επιτρέπει ταχύτερη τροφοδοσία, χαμηλότερο μεταφορικό κόστος και ανάπτυξη προϊόντων που ανταποκρίνονται καλύτερα στις προτιμήσεις του Καναδού καταναλωτή. Η Alfa έχει ήδη τοποθετήσει περισσότερους από 26 κωδικούς σε μεγάλες καναδικές αλυσίδες, ενώ επενδύει στη διαφήμιση ώστε να ξεπεράσει τα όρια της ελληνικής ομογένειας και να αποκτήσει αναγνωρισιμότητα στη γενική αγορά.
Η επιλογή δείχνει ότι η διεθνής ανάπτυξη δεν περιορίζεται πλέον στην αποστολή εμπορευμάτων. Οι εταιρείες επιδιώκουν να αποκτήσουν πρόσβαση στο δίκτυο, στην παραγωγή και τελικά στον ίδιο τον καταναλωτή.
Η κλίμακα της Ελληνικής Ζύμης και ο ρόλος της Χρυσής Ζύμης
Διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης ακολουθεί η Μιχαήλ Αραμπατζής – Ελληνική Ζύμη, μία από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές βιομηχανίες κατεψυγμένων προϊόντων ζύμης. Οι πωλήσεις της αυξήθηκαν το 2025 κατά 6,2% και διαμορφώθηκαν στα 162,1 εκατ. ευρώ, ενώ περισσότερο από το μισό του κύκλου εργασιών της προέρχεται από αγορές του εξωτερικού.
Η εταιρεία διαθέτει τρία εργοστάσια και παράγει περισσότερους από 700 κωδικούς για τη λιανική και την επαγγελματική αγορά. Στο χαρτοφυλάκιό της ανήκει η Χρυσή Ζύμη, ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα σήματα κατεψυγμένης ζύμης στην Ελλάδα, καθώς και το Αραμπατζής – Ελληνική Ζύμη. Για τις διεθνείς αγορές έχει αναπτύξει την Elzymi, μέσω της οποίας επιχειρεί να συνδέσει τα προϊόντα της με την ελληνική και τη μεσογειακή διατροφική παράδοση.
Η δύναμή της βρίσκεται στο εύρος της παραγωγής και στη δυνατότητα εξυπηρέτησης διαφορετικών καναλιών. Εκτός από τα επώνυμα προϊόντα, σημαντικό μέρος της δραστηριότητας αφορά την παραγωγή για μεγάλες αλυσίδες λιανεμπορίου και πελάτες της εστίασης, συχνά με εμπορικά σήματα τρίτων.
Ένα κουλούρι σε ξενοδοχειακό πρωινό ή μια ατομική πίτα σε πρατήριο καυσίμων μπορεί επομένως να έχει παραχθεί στις εγκαταστάσεις της εταιρείας, χωρίς να εμφανίζεται το όνομά της στη συσκευασία. Παράλληλα, η ανάπτυξη της Elzymi δείχνει την προσπάθεια να αποκτήσει μεγαλύτερη εμπορική αναγνωρισιμότητα στο εξωτερικό και να μη στηρίζεται αποκλειστικά στην παραγωγή private label.
Η Ιωνική και η στήριξη του Switz Group
Η Ιωνική Σφολιάτα κινείται επίσης προς μεγαλύτερη διεθνοποίηση, έχοντας πλέον στο μετοχικό της κεφάλαιο τον Switz Group. Η εξαγορά του ελέγχου της εταιρείας από τον διεθνή όμιλο εγκρίθηκε στα τέλη του 2023 και το ποσοστό του αυξήθηκε στη συνέχεια στο 77,3%, με τον κ. Πορτοκαλίδη να διατηρεί το 22,7%.
Η εταιρεία διαθέτει περισσότερους από 400 κωδικούς σε δώδεκα κατηγορίες και παρουσία σε περισσότερες από 35 χώρες. Το 2025 ο κύκλος εργασιών της διαμορφώθηκε στα 32,93 εκατ. ευρώ, αυξημένος κατά 9,18%.
Το επενδυτικό της σχέδιο αναπροσαρμόστηκε μετά τη μη ένταξη του αρχικού project στον Αναπτυξιακό Νόμο. Το νέο πλάνο, ύψους περίπου 22 έως 23 εκατ. ευρώ, περιλαμβάνει κέντρο logistics στη Βιομηχανική Περιοχή Σίνδου και ενίσχυση της υφιστάμενης παραγωγικής μονάδας στη Νεοχωρούδα.
Η συμμετοχή του Switz Group δίνει στην Ιωνική πρόσβαση σε αγορές στις οποίες ο όμιλος διαθέτει ήδη δίκτυα και γνώση, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις χώρες του Κόλπου και τη Βόρεια Αφρική. Για την εταιρεία, η εξωστρέφεια λειτουργεί και ως τρόπος διαφοροποίησης από την ελληνική αγορά, όπου ο ανταγωνισμός και η πίεση στις τιμές είναι ισχυρότεροι.
Η διαδρομή της Κανάκη στις διεθνείς αγορές
Στους βασικούς παίκτες του κλάδου περιλαμβάνεται και η Κανάκη, η οποία ανήκει στη Hellenic Quality Foods του ομίλου Ι. Φιλίππου. Η δραστηριότητά της ξεκίνησε το 1980 από μια μικρή βιοτεχνία στο Καματερό, ενώ από το 1993 η παραγωγή μεταφέρθηκε σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις στη Μαγούλα Αττικής.
Με αφετηρία το φύλλο κρούστας και το καταΐφι, η εταιρεία διεύρυνε σταδιακά την παρουσία της σε πίτες, σφολιατοειδή και άλλα προϊόντα ζύμης. Σήμερα εξάγει σε περισσότερες από 30 χώρες, διαθέτοντας στις διεθνείς αγορές προϊόντα όπως σπανακόπιτες, τυρόπιτες, μπουγάτσες και ελληνικά γλυκά.
Oι κινήσεις των υπολοίπων παικτών
Η κινητικότητα δεν περιορίζεται στις τρεις μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Η Ευβοϊκή Ζύμη, η οποία ξεκίνησε το 1984 στα Ψαχνά, προσέλκυσε το 2025 μειοψηφική επένδυση από τη Halcyon Equity Partners.
Το 2024 ο τζίρος της εταιρείας είχε διαμορφωθεί στα 15 εκατ. ευρώ, ενώ οι εξαγωγές αντιπροσώπευαν το 47% των πωλήσεων. Στόχος ήταν το ποσοστό αυτό να αυξηθεί στο 55%, αξιοποιώντας τη νέα παραγωγική μονάδα στο Σχηματάρι.
Η είσοδος επενδυτικών κεφαλαίων στον κλάδο δείχνει ότι η κατεψυγμένη ζύμη θεωρείται πλέον δραστηριότητα με δυνατότητα μεγαλύτερης συγκέντρωσης και διεθνούς ανάπτυξης. Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί συμφωνίες, αλλαγές μετοχικών ισορροπιών και επενδύσεις σε παραγωγικές εγκαταστάσεις.
Το επόμενο βήμα
Η πορεία των τελευταίων ετών δείχνει ότι η ελληνική πίτα έχει πλέον αποκτήσει σταθερή θέση στις διεθνείς αγορές, με τις εταιρείες του κλάδου να αυξάνουν την παραγωγή τους, να διευρύνουν τα δίκτυά τους και να δοκιμάζουν νέους τρόπους παρουσίας στο εξωτερικό.
Η δραστηριότητα εκτός των συνόρων κερδίζει έδαφος
Πλέον, μένει να φανεί αν αυτή η ανάπτυξη θα συνεχιστεί με τον ίδιο ρυθμό και σε τι βαθμό τα ελληνικά προϊόντα θα καταφέρουν να αυξήσουν την διείσδυσή τους στις διεθνείς αγορές.
Οι βάσεις έχουν δημιουργηθεί και οι κινήσεις των επιχειρήσεων δείχνουν ότι ο κλάδος βλέπει πλέον τις κινήσεις τους εκτός των συνόρων όχι ως μια συμπληρωματική ευκαιρία, αλλά ως βασικό μέρος της επόμενης ημέρας του.