7 MIN READ

Πώς φτάσαμε να περιμένουν άνθρωποι χρόνια για ένα ρολόι και πότε η «επένδυση» γίνεται παγίδα

Πώς φτάσαμε να περιμένουν άνθρωποι χρόνια για ένα ρολόι και πότε η «επένδυση» γίνεται παγίδα

Μπαίνεις σε ένα κατάστημα έχοντας αποφασίσει να διαθέσεις για ένα ρολόι ένα πολύ σημαντικό χρηματικό ποσό. Θα περίμενε κανείς ότι το δύσκολο κομμάτι θα ήταν η επιλογή.

Στην πράξη, το μοντέλο που αναζητάς μπορεί να μη βρίσκεται στη βιτρίνα, να μην υπάρχει πουθενά διαθέσιμο και κανείς να μην είναι σε θέση να σου υποσχεθεί πότε θα το παραλάβεις.

Αυτή είναι εδώ και χρόνια η πραγματικότητα για συγκεκριμένες εκδόσεις πασίγνωστων brand πολυτέλειας όπως η Rolex, η Patek Philippe και η Audemars Piguet. Στα πιο περιζήτητα μοντέλα, οι αναμονές στη διεθνή αγορά μπορούν να φτάσουν από δύο έως οκτώ χρόνια.

Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν πρόκειται πάντοτε για μια τυπική σειρά προτεραιότητας. Οι επίσημοι αντιπρόσωποι παραλαμβάνουν περιορισμένα τεμάχια και η κατανομή τους επηρεάζεται συχνά από το ιστορικό αγορών και τη σχέση του πελάτη με το κατάστημα. Γι’ αυτό, εξάλλου, μιλάμε για ενδιαφέρον αγοράς κι όχι για παραγγελία.

Το παράδοξο είναι ότι το ίδιο ρολόι μπορεί να βρίσκεται διαθέσιμο την ίδια ημέρα στη δευτερογενή αγορά. Μόνο που εκεί θα πωλείται ως μεταχειρισμένο και ενδέχεται να κοστίζει ακριβότερα από την επίσημη τιμή του καινούργιου.

Η ελληνική αγορά ακολουθεί τη διεθνή μόδα

Η έλλειψη δεν αφορά μόνο τη Γενεύη, το Λονδίνο ή το Ντουμπάι. Και ο Έλληνας αγοραστής που αναζητά μια συγκεκριμένη έκδοση μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με περιορισμένη διαθεσιμότητα, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα παράδοσης.

Η Rolex Ελλάς έκλεισε το 2025 με πωλήσεις 97,67 εκατ. ευρώ, έναντι περίπου 100,4 εκατ. ευρώ το 2024. Η ίδια η διοίκηση απέδωσε την υποχώρηση σε μεγάλο βαθμό στη συγκρατημένη διαθεσιμότητα προϊόντων.

Η εταιρεία πλήρωσε μάλιστα περισσότερα στη μητρική για μικρότερο αριθμό ρολογιών, καθώς οι αγορές της από τη Rolex και την Tudor ανήλθαν σε 74,9 εκατ. ευρώ. Για το 2026 στοχεύει σε αύξηση πωλήσεων άνω του 6%, εφόσον εξασφαλίσει τις ποσότητες που χρειάζεται από την Ελβετία.

Η ελληνική αγορά αποκτά πρόσθετη ώθηση από τον τουρισμό. Επισκέπτες από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης συνδυάζουν τις διακοπές τους με αγορές ακριβών ρολογιών, αξιοποιώντας τη δυνατότητα επιστροφής ΦΠΑ. Το 2024 παράγοντες της αγοράς υπολόγιζαν την αύξηση της σχετικής ζήτησης σε έως 10%, κυρίως στα μεγάλα κοσμηματοπωλεία της Αθήνας.

Η Rolex παραμένει το ισχυρότερο όνομα, ενώ σημαντική παρουσία έχουν μεταξύ άλλων οι Tudor, Cartier, Omega, Breitling, IWC και Hublot. Η Tudor κινήθηκε μάλιστα αντίθετα από τη μητρική στην Ελλάδα το 2025, αυξάνοντας τις πωλήσεις της σχεδόν κατά 30%, με τη διοίκηση να αποδίδει την επίδοση στην ανανέωση των μοντέλων και στη διεύρυνση του δικτύου.

Πώς η έλλειψη μεγάλωσε την επιθυμία

Η επίσημη εξήγηση ξεκινά από τον τρόπο παραγωγής, καθώς ένα μηχανικό ρολόι υψηλής ωρολογοποιίας απαιτεί εξειδικευμένη εργασία, συναρμολόγηση, δοκιμές και αυστηρό ποιοτικό έλεγχο.

Οι εταιρείες δεν μπορούν να διπλασιάσουν γρήγορα τις ποσότητες χωρίς να διακινδυνεύσουν την ποιότητα και την εικόνα τους.

Η παραγωγή, όμως, δεν εξηγεί από μόνη της όλο το φαινόμενο. Η ζήτηση έχει συγκεντρωθεί γύρω από έναν μικρό αριθμό μοντέλων, αφού ρολόγια όπως το Rolex Daytona, το Submariner, το GMT-Master II, το Patek Philippe Nautilus και το Audemars Piguet Royal Oak έχουν ξεπεράσει τα όρια της ωρολογοποιίας. Έγιναν σύμβολα επιτυχίας, συλλεκτικά αντικείμενα και, για μια περίοδο, υποσχέσεις εύκολου κέρδους.

Η περιορισμένη προσφορά συγκεκριμένων μοντέλων έσπρωξε χιλιάδες αγοραστές στα μεταχειρισμένα. Η Rolex παράγει πάνω από ένα εκατομμύριο ρολόγια τον χρόνο, όμως η Patek Philippe και η Audemars Piguet κινούνται σε πολύ χαμηλότερες ποσότητες.

Ακόμη και στη Rolex, η ζήτηση δεν μοιράζεται ισότιμα σε όλες τις σειρές, αλλά συγκεντρώνεται στις δημοφιλείς ατσάλινες εκδόσεις.

Πώς ένα ρολόι βαφτίστηκε επένδυση

Το πολυτελές ρολόι διαθέτει ορισμένα χαρακτηριστικά που βοηθούν την αφήγηση της επένδυσης. Μεταφέρεται εύκολα, αναγνωρίζεται διεθνώς και μπορεί να διατηρηθεί για δεκαετίες. Κάθε μοντέλο έχει συγκεκριμένο κωδικό αναφοράς, ιστορία και τιμές που παρακολουθούνται πλέον καθημερινά από εξειδικευμένες πλατφόρμες.

Η πανδημία έκανε τα υπόλοιπα, αφού η παραγωγή περιορίστηκε, αρκετοί καταναλωτές υψηλών εισοδημάτων συσσώρευσαν ρευστότητα, τα ταξίδια και άλλες δαπάνες μειώθηκαν και οι τιμές των μετοχών και των κρυπτονομισμάτων ανέβηκαν. Ακόμα, νέοι αγοραστές μπήκαν στην αγορά με τη βεβαιότητα ότι ένα περιζήτητο ρολόι μπορούσε να μεταπωληθεί ακριβότερα σχεδόν αμέσως.

Για ένα διάστημα αυτό πράγματι συνέβαινε. Όποιος αποκτούσε ένα Daytona ή ένα Nautilus στην επίσημη τιμή μπορούσε να το διαθέσει στη δευτερογενή αγορά με μεγάλο κέρδος, ακόμη και χωρίς να το φορέσει, με τη λίστα αναμονής να μετατρέπεται σε μηχανισμό δημιουργίας υπεραξίας.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η εικόνα αφορά λίγα μοντέλα, κι ένα ακριβό ρολόι δεν γίνεται αυτομάτως επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο. Πολλές εκδόσεις χάνουν σημαντικό μέρος της αξίας τους μόλις φύγουν από το κατάστημα, όπως συμβαίνει με αρκετά Omega, Breitling και TAG Heuer.

Στον αντίποδα, σε ορισμένα χρυσά vintage ρολόγια, η αξία του μετάλλου έχει φτάσει πλέον να ξεπερνά την τιμή μεταπώλησης ολόκληρου του ρολογιού.

Η δεύτερη ζωή των μεταχειρισμένων

Η αγορά μεταχειρισμένων έχει πάψει να θυμίζει έναν κλειστό κύκλο εμπόρων και συλλεκτών. Οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες επέτρεψε τη σύγκριση χιλιάδων αγγελιών, έκαναν τις τιμές ορατές και επέτρεψαν σε έναν αγοραστή στην Αθήνα να συγκρίνει μέσα σε λίγα λεπτά προσφορές από την Ευρώπη, την Ασία και τις ΗΠΑ.

Παράλληλα, οργανώθηκαν οι έλεγχοι γνησιότητας, οι εγγυήσεις και οι ασφαλείς πληρωμές. Ακόμα και η ίδια η Rolex μπήκε στη δευτερογενή αγορά με το πρόγραμμα Certified Pre-Owned, νομιμοποιώντας ουσιαστικά έναν χώρο που για πολλά χρόνια λειτουργούσε παράλληλα με το επίσημο δίκτυο.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ένα μεταχειρισμένο δεν αποτελεί πάντοτε τη φθηνότερη επιλογή. Στα δυσεύρετα Rolex, Patek Philippe και Audemars Piguet πληρώνει συχνά επιπλέον για να παρακάμψει την αναμονή. Αγοράζει δηλαδή και το ρολόι και τον χρόνο που θα χρειαζόταν για να το αποκτήσει από το επίσημο κατάστημα.

Η πτώση και η επιστροφή σε πιο φυσιολογικούς ρυθμούς

Η φρενίτιδα στην αγορά κορυφώθηκε την άνοιξη του 2022. Στη συνέχεια, παραγόντες όπως η άνοδος των επιτοκίων, η πτώση των κρυπτονομισμάτων και η αποχώρηση αρκετών κερδοσκόπων οδήγησαν σε μεγάλη διόρθωση.

Ρολόγια που είχαν αγοραστεί με δανεικά ή με την προσδοκία άμεσης μεταπώλησης βγήκαν μαζικά στην αγορά, πιέζοντας τις τιμές.

Το 2025 πάντως έφερε τις πρώτες σαφείς ενδείξεις ανάκαμψης των τιμών. Η θετική πορεία συνεχίστηκε στις αρχές του 2026, με τις τιμές των Rolex, Patek Philippe και Audemars Piguet να ενισχύονται τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο. Η εικόνα δεν παρέμεινε, όμως, ευθύγραμμη. Τον Μάιο ο συνολικός δείκτης της WatchCharts υποχώρησε κατά 1,4%, με τη Rolex να χάνει 2,2% μέσα σε έναν μήνα.

Η αγορά έχει επομένως περάσει σε μια φάση σταθεροποίησης, με έντονες διαφοροποιήσεις ανά μάρκα και μοντέλο. Τα κλασικά και πραγματικά σπάνια ρολόγια εξακολουθούν να βρίσκουν αγοραστές, ενώ οι υπερβολές της πανδημίας δεν έχουν επιστρέψει.

Παράλληλα, και η εικόνα των καινούργιων ρολογιών παραμένει σύνθετη. Οι ελβετικές εξαγωγές μειώθηκαν κατά 0,7% στο πρώτο εξάμηνο του 2026, παρά την ισχυρή άνοδο 11,2% τον Ιούνιο. Η αγορά εμφανίζεται σχεδόν σταθερή συνολικά, αλλά με μεγάλες διαφορές ανά χώρα, κατηγορία τιμής και brand.

Τι ρισκάρει όποιος αγοράζει για να πουλήσει

Ένα ρολόι δεν αποδίδει τόκο ή μέρισμα, ενώ η τιμή που εμφανίζεται σε μια πλατφόρμα είναι συνήθως το ποσό που ζητά ο πωλητής και όχι εκείνο που τελικά θα εισπράξει.

Αν χρειαστεί άμεση ρευστοποίηση, μεσολαβούν το περιθώριο του εμπόρου, οι προμήθειες και η έκπτωση που απαιτεί ο επόμενος αγοραστής, ενώ η κατάσταση του ρολογιού, το γυάλισμα της κάσας, η συντήρηση, η ύπαρξη κουτιού και εγγράφων και η χρήση αυθεντικών ανταλλακτικών μπορούν να αλλάξουν δραστικά την αξία του.

Η σωστή αφετηρία είναι να αγοράσει κάποιος ένα ρολόι επειδή το θέλει

Παράλληλα, προστίθενται ο κίνδυνος πλαστότητας, η πιθανότητα κλοπής, το κόστος ασφάλισης και η χαμηλή ρευστότητα των λιγότερο δημοφιλών εκδόσεων.

Το ρολόι μπορεί να διατηρήσει την αξία του και, στις σωστές περιπτώσεις, να την αυξήσει. Όποιος το αγοράζει αποκλειστικά επειδή περιμένει να το πουλήσει ακριβότερα, όμως, συμμετέχει σε μια αγορά που έχει ήδη δείξει πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάξει κατεύθυνση.

Η πιο ασφαλής αφετηρία παραμένει να επιλέξει κάποιος ένα ρολόι που θα εξακολουθεί να θέλει στον καρπό του, ακόμη και στην περίπτωση που η τιμή του αρχίσει να πέφτει.

Συνδεθείτε εδώ
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.
THETOTALBUSINESS
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.