16 MIN READ

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς περισσότερους τουρίστες. Χρειάζεται διαφορετικό τουρισμό

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς περισσότερους τουρίστες. Χρειάζεται διαφορετικό τουρισμό

THE BULLET POINT "PREVIEW"

Ο ελληνικός τουρισμός σπάει ρεκόρ, με 38 εκατ. αφίξεις και 22,6 δισ. ευρώ έσοδα το 2025. Οι διανυκτερεύσεις όμως μένουν σταθερές γύρω στα 230 εκατ. από το 2019, γιατί ο επισκέπτης μένει πλέον 6,1 νύχτες αντί για 7,4. Έρχονται περισσότεροι, αλλά η χώρα δεν κερδίζει αναλογικά περισσότερα.

Το πρόβλημα δεν λύνεται με περισσότερη διαφήμιση. Χρειάζονται νέα προϊόντα πέρα από το καλοκαίρι και το νησί, νέοι προορισμοί εκτός των πέντε Περιφερειών που μαζεύουν περίπου το 90% των εσόδων, και έργα για νερό, αεροδρόμια και λιμάνια. Τα έργα αυτά πρέπει να χρηματοδοτούνται ορατά από τα τουριστικά τέλη που ήδη πληρώνονται.

Κλειδί είναι οι άνθρωποι. Η σεζόν του 2026 ξεκίνησε με δεκάδες χιλιάδες κενές θέσεις, και σχεδόν όλες οι τουριστικές επιχειρήσεις είναι πολύ μικρές, οικογενειακές. Χωρίς σταθερή δουλειά όλο τον χρόνο, στέγη για το προσωπικό και στήριξη στους μικρούς ιδιοκτήτες, καμία στρατηγική δεν φτάνει στην πράξη.

Ο ελληνικός τουρισμός έχει μάθει να μετρά την επιτυχία του σε αφίξεις και έσοδα, και για πολλά χρόνια αυτό ήταν απολύτως λογικό. Η χώρα είχε ένα ισχυρό προϊόν, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα brands της Μεσογείου και έναν σχετικά ξεκάθαρο στόχο: να φέρνει κάθε χρόνο περισσότερους επισκέπτες. Το μοντέλο αυτό πέτυχε, και το ερώτημα πλέον δεν είναι αν δούλεψε, αλλά αν αρκεί για την επόμενη δεκαετία.

Όταν ένας προορισμός πλησιάζει τα όρια ορισμένων υποδομών του, όταν οι δημοφιλέστερες περιοχές του συγκεντρώνουν δυσανάλογο μέρος της ζήτησης και όταν η κλιματική αλλαγή αρχίζει να επηρεάζει τις ταξιδιωτικές επιλογές, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο πόσοι ακόμη τουρίστες μπορούν να έρθουν. Πρέπει να μεταφερθεί στο τι είδους τουρισμό θέλουμε να έχουμε το 2035. Εκεί βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή στρατηγικής που χρειάζεται ο ελληνικός τουρισμός: το πέρασμα από τη μεγέθυνση στη διαχείριση της αξίας.

Τα ρεκόρ δεν λένε όλη την ιστορία

Οι αριθμοί παραμένουν εντυπωσιακοί. Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ για το 2025, ο εισερχόμενος τουρισμός (χωρίς την κρουαζιέρα) έφτασε τα 38 εκατ. αφίξεις και τα 22,6 δισ. ευρώ εισπράξεις. Σε σχέση με το 2019, οι αφίξεις είναι αυξημένες κατά 21% και οι εισπράξεις κατά 28%. Πίσω όμως από αυτή την εικόνα υπάρχει ένας αριθμός που αξίζει πολύ μεγαλύτερη προσοχή: οι διανυκτερεύσεις παραμένουν κολλημένες γύρω στα 230 εκατ., όσες ήταν και πριν από την πανδημία. Έρχονται δηλαδή πολύ περισσότεροι άνθρωποι, αλλά περνούν στη χώρα περίπου τις ίδιες συνολικές νύχτες.

Ο λόγος είναι ότι η μέση διάρκεια παραμονής έπεσε στις 6,1 νύχτες, από 7,4 το 2019, και η πτώση δεν αφορά μία αγορά ή μία περιοχή. Αφορά και τις δέκα μεγαλύτερες αγορές της χώρας και σχεδόν όλες τις Περιφέρειες. Υπάρχει και μια δεύτερη ρωγμή. Ο επισκέπτης ξοδεύει περισσότερα ανά νύχτα, 97 ευρώ, δηλαδή 27,5% πάνω από το 2019, ταχύτερα από τον πληθωρισμό. Επειδή όμως μένει λιγότερο, η συνολική δαπάνη ανά ταξίδι μένει σχεδόν στάσιμη, στα 595 ευρώ. Στη μεγαλύτερη αγορά μας, τη γερμανική, η δαπάνη ανά επισκέπτη μειώνεται μάλιστα σε πραγματικούς όρους κατά 13,5%. Περισσότερες αφίξεις, με άλλα λόγια, δεν σημαίνουν αυτομάτως αναλογικά περισσότερη αξία.

Η χώρα πρέπει επομένως να αρχίσει να παρακολουθεί με μεγαλύτερη επιμονή όχι μόνο πόσοι έρχονται, αλλά πόσο μένουν, πού πηγαίνουν, πότε ταξιδεύουν, τι καταναλώνουν και πόση οικονομική αξία αφήνουν στις τοπικές κοινωνίες. Ο ΟΟΣΑ κινείται ακριβώς προς αυτή τη λογική. Έχει αναπτύξει ειδικά για την Ελλάδα 33 δείκτες, ώστε η τουριστική πολιτική να βασίζεται περισσότερο σε δεδομένα και σε κριτήρια βιωσιμότητας. Στην ετήσια έκθεσή του για τον τουρισμό, τον Ιούλιο του 2026, σημειώνει ότι η ανταγωνιστικότητα της χώρας θα κρίνεται όλο και περισσότερο από τρία πράγματα: τη διαχείριση των προορισμών, τη μείωση της εποχικότητας και τη διεύρυνση του προϊόντος. Το πραγματικό μέτρο του ελληνικού τουρισμού δεν μπορεί πλέον να είναι μόνο οι αφίξεις. Πρέπει να γίνει η αξία.

1. Να φύγουμε από το «ήλιος και θάλασσα» χωρίς να εγκαταλείψουμε τον ήλιο και τη θάλασσα

Εδώ υπάρχει μια σημαντική παρεξήγηση. Η Ελλάδα δεν πρέπει να απομακρυνθεί από το προϊόν που την έκανε παγκόσμια τουριστική δύναμη, αλλά να το χρησιμοποιήσει ως αφετηρία για να πουλήσει πολύ περισσότερα. Πολιτισμός, γαστρονομία, wellness, δραστηριότητες στη φύση, ορεινοί προορισμοί, συνέδρια και επαγγελματικά ταξίδια, city breaks, μεγάλες εκδηλώσεις, ιατρικός και ιαματικός τουρισμός, ιστιοπλοΐα και θαλάσσιος τουρισμός, και κυρίως συνδυασμοί όλων αυτών. Το ζητούμενο δεν είναι να εφεύρουμε προϊόντα που δεν διαθέτουμε. Είναι να μετατρέψουμε πόρους που ήδη έχουμε σε οργανωμένα προϊόντα που πουλιούνται διεθνώς.

Υπάρχουν ήδη ενδείξεις ότι αυτό μπορεί να λειτουργήσει. Τα επαγγελματικά ταξίδια ανέβηκαν από το 5% στο 7% των αφίξεων, με αύξηση 76% από το 2019, και τα έσοδα της κρουαζιέρας διπλασιάστηκαν, φτάνοντας περίπου το 1 δισ. ευρώ. Δεν ξεκινάμε λοιπόν από το μηδέν, αλλά απέχουμε ακόμη αρκετά από το να λειτουργούμε ως χώρα με πολλά διαφορετικά, ώριμα τουριστικά προϊόντα.

Το πώς φαίνεται καλύτερα με δύο παραδείγματα. Η αγορά των συνεδρίων μεγαλώνει, όμως η Αθήνα δεν διαθέτει ακόμη το μεγάλο διεθνές συνεδριακό κέντρο που ζητά ο κλάδος. Το ΙΝΣΕΤΕ προτείνει ένα εθνικό σχέδιο για τα συνέδρια που να περιλαμβάνει και τη δημιουργία Διεθνούς Συνεδριακού Κέντρου στην πρωτεύουσα, και το πρώτο βήμα είναι μια απόφαση με τοποθεσία, χρηματοδότηση και χρονοδιάγραμμα.

Το δεύτερο παράδειγμα είναι ένα κοινό που ήδη έρχεται και σχεδόν δεν το συζητάμε. Οι ημερήσιοι επισκέπτες έφτασαν το 9,3% του συνόλου, από 7,5%, και το 90% τους προέρχεται από Αλβανία, Βόρεια Μακεδονία, Βουλγαρία και Τουρκία. Ξοδεύουν 94 ευρώ την ημέρα, σχεδόν όσο ο μέσος τουρίστας ανά νύχτα. Αν τους δοθεί λόγος να μείνουν ένα βράδυ, με πακέτα Σαββατοκύριακου στη Βόρεια Ελλάδα, εκδηλώσεις, γαστρονομία και αγορές, η χώρα κερδίζει διανυκτερεύσεις χωρίς να χρειαστεί να προσελκύσει ούτε έναν νέο επισκέπτη. Και για κάθε νέο προϊόν ισχύει ο ίδιος κανόνας: χρειάζεται «ιδιοκτήτη», δηλαδή έναν φορέα που το στήνει, το πουλά και λογοδοτεί για τα αποτελέσματά του. Αλλιώς μένει μια λέξη σε ένα στρατηγικό κείμενο.

2. Η επιμήκυνση της σεζόν δεν γίνεται με διαφήμιση

Για χρόνια επαναλαμβάνουμε ότι «πρέπει να επεκτείνουμε τη σεζόν», και σωστά. Η σεζόν όμως δεν μεγαλώνει επειδή μια καμπάνια λέει στους Ευρωπαίους ότι η Ελλάδα είναι ωραία και τον Νοέμβριο. Μεγαλώνει όταν υπάρχει λόγος να έρθουν τον Νοέμβριο, και όταν, φτάνοντας, βρίσκουν ανοιχτά ξενοδοχεία, πτήσεις, πλοία, μουσεία και εστιατόρια. Αυτό σημαίνει συνέδρια, αθλητικές διοργανώσεις, πολιτιστικές εκδηλώσεις, γαστρονομικά Σαββατοκύριακα, wellness, πεζοπορία, city breaks, φεστιβάλ και προορισμούς που λειτουργούν πραγματικά δώδεκα μήνες τον χρόνο.

Τα τελευταία δεδομένα δείχνουν ότι η βάση υπάρχει ήδη. Το τρίτο τρίμηνο εξακολουθεί να συγκεντρώνει πάνω από το μισό της τουριστικής δραστηριότητας, αλλά το μερίδιό του στις αφίξεις υποχώρησε στο 52%, από 56% το 2019. Παράλληλα, σύμφωνα με το ΙΝΣΕΤΕ, το δεύτερο τρίμηνο εμφανίζει πλέον καλύτερους δείκτες αξίας από το τρίτο. Η τάση συνεχίστηκε και φέτος: σύμφωνα με την European Travel Commission, η Ελλάδα κατέγραψε στους πρώτους μήνες του 2026 αύξηση αφίξεων 33%. Οι διανυκτερεύσεις όμως ανέβηκαν πιο συγκρατημένα, κάτι που σημαίνει ότι και ο χειμερινός επισκέπτης μένει λιγότερο. Η επιμήκυνση δεν είναι λοιπόν θεωρητική φιλοδοξία. Το στοίχημα είναι να μην επαναληφθεί εκτός σεζόν το ίδιο μοτίβο που βλέπουμε το καλοκαίρι: περισσότεροι επισκέπτες, λιγότερες νύχτες.

Στην πράξη, η χώρα έχει ήδη στα χέρια της εργαλεία που μπορεί να χρησιμοποιήσει πιο συστηματικά. Το τέλος κρουαζιέρας για Σαντορίνη και Μύκονο είναι 20 ευρώ ανά επιβάτη από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο και μόλις 4 ευρώ από τον Νοέμβριο έως τον Μάρτιο. Η ίδια λογική μπορεί να επεκταθεί σε χαμηλότερα τέλη και ισχυρότερα κίνητρα για όσους επιχειρούν εκτός αιχμής.

Κάθε Περιφέρεια χρειάζεται επίσης ένα σταθερό ημερολόγιο με τρεις ή τέσσερις εκδηλώσεις-«άγκυρες» από τον Οκτώβριο έως τον Απρίλιο, που επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο, ώστε να μπορούν να τις εντάξουν στα προγράμματά τους αεροπορικές και tour operators. Και τίποτα από αυτά δεν λειτουργεί αν οι πτήσεις σταματούν τον Οκτώβριο. Η στήριξη χειμερινών δρομολογίων σε περιφερειακά αεροδρόμια είναι πιο αποδοτική από οποιαδήποτε καμπάνια.

3. Το μεγάλο αναξιοποίητο asset είναι η υπόλοιπη Ελλάδα

Υπάρχει και μια δεύτερη ανισορροπία, γεωγραφική αυτή τη φορά. Σύμφωνα με το ΙΝΣΕΤΕ, πέντε Περιφέρειες συγκέντρωσαν το 2025 περίπου το 90% των τουριστικών εισπράξεων: Αττική, Νότιο Αιγαίο, Κρήτη, Κεντρική Μακεδονία και Ιόνια Νησιά. Και η συγκέντρωση μεγαλώνει. Ούτε μέσα στις πέντε όμως η εικόνα είναι ενιαία. Η Αττική ανέβασε το μερίδιό της στις επισκέψεις από 16,2% το 2019 σε 23,2% και έφερε μόνη της το 54% της αύξησης των εσόδων το 2025. Το Νότιο Αιγαίο έχει την υψηλότερη δαπάνη ανά επίσκεψη, 869 ευρώ. Η Κρήτη, αντίθετα, είδε τα έσοδά της να πέφτουν κατά 5% παρότι οι αφίξεις αυξήθηκαν, για δεύτερη συνεχή χρονιά, και παρόμοια εικόνα εμφανίζουν τα Ιόνια.

Υπάρχει και μια λεπτομέρεια που αξίζει προσοχή. Οι μόνες Περιφέρειες όπου η διάρκεια παραμονής δεν έπεσε ήταν το Βόρειο Αιγαίο και η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, δηλαδή δύο από τις λιγότερο «τουριστικές» περιοχές της χώρας. Εκεί φαίνεται ένα από τα μεγαλύτερα περιθώρια ανάπτυξης. Η Ελλάδα διαθέτει έναν τεράστιο αριθμό προορισμών που δεν έχουν γίνει ακόμη ώριμα διεθνή προϊόντα. Η ανάπτυξή τους όμως δεν μπορεί να γίνει αντιγράφοντας το μοντέλο της Μυκόνου, της Σαντορίνης ή της Ρόδου. Άλλος είναι ο λόγος για να επισκεφθεί κάποιος την Ήπειρο, άλλος τη Δυτική Μακεδονία, άλλος την Πελοπόννησο και άλλος τη Θεσσαλία. Η λογική «Visit Greece» είναι απαραίτητη ως ομπρέλα, αλλά δεν αρκεί για να εξηγήσει στον διεθνή ταξιδιώτη γιατί να πάει εκεί.

Για να γίνει αυτό, κάθε προορισμός που θέλει να μπει στον διεθνή χάρτη χρειάζεται δικό του φορέα διαχείρισης, με δικό του προϋπολογισμό, δικά του στοιχεία και σαφείς στόχους. Οι 33 δείκτες του ΟΟΣΑ μπορούν να αποτελέσουν τον κοινό πίνακα μέτρησης. Χρειάζεται όμως και επιλογή. Πέντε ή έξι νέοι προορισμοί με ολοκληρωμένο πλάνο για πρόσβαση, προϊόν και προβολή θα αποδώσουν περισσότερο από πενήντα προορισμούς με ένα φυλλάδιο ο καθένας.

4. Υποδομές πριν από το marketing

Εδώ βρίσκεται ίσως η λιγότερο λαμπερή αλλά σημαντικότερη συζήτηση. Δεν μπορείς να αναπτύσσεις έναν προορισμό μόνο με περισσότερες ξενοδοχειακές κλίνες. Χρειάζεται διαχείριση νερού, αποβλήτων, ενέργειας και μεταφορών, λιμάνια, μαρίνες, δρόμοι, αποτελεσματικές δημόσιες υπηρεσίες, ψηφιακή υποδομή και οργανωμένη διαχείριση προορισμών. Η στρατηγική «Ελληνικός Τουρισμός 2030» του ΙΝΣΕΤΕ είχε ήδη τοποθετήσει τις δημόσιες κυρίως υποδομές ανάμεσα στις κρίσιμες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του κλάδου. Σήμερα η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο επείγουσα εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής και του υπερτουρισμού, στους οποίους η Τράπεζα της Ελλάδος αφιερώνει ειδική ενότητα στην έκθεση Νομισματικής Πολιτικής 2025-2026.

Τρία συγκεκριμένα παραδείγματα δείχνουν πού βρίσκεται το πρόβλημα.

Το πρώτο είναι το νερό. Τον Ιούνιο του 2026 το υπουργείο Περιβάλλοντος ενέταξε 10 έργα ύδρευσης σε 9 νησιωτικούς δήμους, συνολικού ύψους 15 εκατ. ευρώ, κάτι που είναι ένα βήμα. Σύμφωνα όμως με ρεπορτάζ του περιφερειακού Τύπου, από το ευρύτερο σχέδιο του 2025 για περισσότερα από 100 έργα ύδρευσης και αφαλάτωσης σε 61 νησιωτικούς δήμους, τα περισσότερα δεν έχουν καν δημοπρατηθεί. Στο μεταξύ τα υδροφόρα πλοία παραμένουν αναγκαία λύση.

Το δεύτερο παράδειγμα είναι τα χρήματα που ήδη εισπράττονται. Το τέλος ανθεκτικότητας στην κλιματική κρίση, που αντικατέστησε τον φόρο διαμονής, απέφερε 368,9 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ ο προϋπολογισμός του 2025 προέβλεπε 582 εκατ. ευρώ. Από το τέλος κρουαζιέρας, σύμφωνα με τον νόμο, το ένα τρίτο πηγαίνει στους δήμους των λιμανιών, το ένα τρίτο σε έργα του υπουργείου Ναυτιλίας και το ένα τρίτο στο υπουργείο Τουρισμού. Ξενοδόχοι και εταιρείες κρουαζιέρας επισημαίνουν ωστόσο ότι δεν έχει δημοσιευθεί σχέδιο για το πού πηγαίνουν αυτά τα χρήματα. Όταν ένα τέλος ονομάζεται «ανθεκτικότητας», πολίτες και επισκέπτες δικαιούνται να βλέπουν ποια ανθεκτικότητα αγόρασε.

Το τρίτο παράδειγμα είναι το Καστέλι. Το νέο αεροδρόμιο της Κρήτης ολοκληρώνεται κατασκευαστικά μέσα στο 2026 και οι δοκιμαστικές πτήσεις προγραμματίζονται για το 2027. Η εμπορική του λειτουργία όμως εξαρτάται από την εγκατάσταση των συστημάτων αεροναυτιλίας, που είναι ευθύνη του Δημοσίου, και ο οικονομικός Τύπος τοποθετεί την πλήρη λειτουργία προς το φθινόπωρο του 2028. Το μεγάλο έργο είναι σχεδόν έτοιμο. Το κομμάτι του κράτους είναι αυτό που καθυστερεί.

Όλα αυτά οδηγούν σε ένα απλό στρατηγικό ερώτημα: πόσους επισκέπτες μπορεί πραγματικά να υποστηρίξει κάθε προορισμός χωρίς να υπονομεύει ούτε την εμπειρία τους ούτε την καθημερινότητα των κατοίκων; Σε ορισμένα σημεία η χώρα έχει αρχίσει να απαντά, αλλά αντιδρώντας εκ των υστέρων. Στο κέντρο της Αθήνας, στα τρία πρώτα δημοτικά διαμερίσματα, απαγορεύεται η εγγραφή νέων ακινήτων για βραχυχρόνια μίσθωση έως το τέλος του 2026, για να προστατευθεί η κατοικία. Τα όρια δηλαδή υπάρχουν ήδη, και το ζητούμενο είναι να σχεδιάζονται πριν φτάσουμε σε αυτά.

Τρία μέτρα θα έκαναν τη διαφορά. Πρώτο, τα έσοδα από τα τουριστικά τέλη να πηγαίνουν σε ξεχωριστό λογαριασμό, με ετήσια δημοσίευση του τι εισπράχθηκε ανά προορισμό και σε ποια έργα πήγε. Δεύτερο, για κάθε νησί με πρόβλημα νερού να ορίζεται ποιο έργο θα λειτουργεί πριν από την επόμενη σεζόν, με υπεύθυνο και ημερομηνία. Τρίτο, κάθε μεγάλη ιδιωτική τουριστική επένδυση να συνοδεύεται από δέσμευση για τα δημόσια έργα που τη στηρίζουν.

5. Οι άνθρωποι του τουρισμού: ιδιοκτήτες και εργαζόμενοι

Όσα συζητήθηκαν μέχρι εδώ, νέα προϊόντα, μεγαλύτερη σεζόν, νέοι προορισμοί, προϋποθέτουν ανθρώπους που θα τα υλοποιήσουν. Αυτό είναι ίσως το πιο αδύναμο σημείο του σημερινού μοντέλου. Φέτος η σεζόν ξεκίνησε με τους φορείς του τουρισμού και της εστίασης να εκτιμούν ότι έμεναν ακάλυπτες 80.000 έως και πάνω από 90.000 θέσεις εργασίας. Ορισμένα καταλύματα καθυστέρησαν να ανοίξουν λόγω έλλειψης προσωπικού, και το μεγαλύτερο κενό δεν εντοπίζεται στις ανειδίκευτες θέσεις αλλά σε μάγειρες, υπαλλήλους υποδοχής και προϊσταμένους τμημάτων. Η απάντηση του κράτους ήταν κυρίως αριθμητική: η απόφαση για το 2026 προβλέπει 94.240 θέσεις για εργαζόμενους από τρίτες χώρες, από τις οποίες οι 48.000 αφορούν εποχική εργασία. Είναι μια αναγκαία λύση για το σήμερα, αλλά όχι στρατηγική για το αύριο.

Το πρόβλημα συνδέεται άμεσα με όσα αναφέρθηκαν για την εποχικότητα. Μια δουλειά πέντε ή έξι μηνών, σε νησί όπου η κατοικία είναι ακριβή ή δεν υπάρχει, δύσκολα γίνεται επάγγελμα και καριέρα. Γι’ αυτό η επιμήκυνση της σεζόν είναι ταυτόχρονα και πολιτική για την εργασία: κάθε μήνας που προστίθεται στη λειτουργία ενός προορισμού κάνει τη δουλειά στον τουρισμό πιο σταθερή και πιο ελκυστική. Για τον ίδιο λόγο, η στέγαση του προσωπικού πρέπει να αντιμετωπίζεται ως υποδομή του προορισμού, όπως το νερό και το λιμάνι, και όχι ως ιδιωτικό πρόβλημα κάθε επιχείρησης. Και τα προγράμματα κατάρτισης πρέπει να κρίνονται από το αποτέλεσμα. Με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης σχεδιάστηκαν προγράμματα 250 ωρών με στόχο την επανεκπαίδευση 18.000 εργαζομένων στον κλάδο. Το ερώτημα που αξίζει να απαντηθεί δημόσια είναι πόσοι ολοκλήρωσαν, πόσοι έμειναν στον τουρισμό και πόσο άλλαξαν οι αποδοχές τους.

Η άλλη πλευρά είναι οι ιδιοκτήτες. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το 94,7% των τουριστικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα είναι πολύ μικρές και ένα ακόμη 4,5% μικρές. Ο ελληνικός τουρισμός είναι στην ουσία του ένα δίκτυο οικογενειακών επιχειρήσεων. Ο ΟΟΣΑ εντοπίζει τα σημεία όπου αυτές οι επιχειρήσεις χρειάζονται στήριξη: πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ψηφιακά εργαλεία, γνώσεις, προσωπικό και συνεργασία μεταξύ τους. Επισημαίνει επίσης ότι τα επίσημα στατιστικά για την ψηφιακή ωριμότητα δεν καλύπτουν καν τις πολύ μικρές επιχειρήσεις και τους ίδιους τους ιδιοκτήτες, ακριβώς εκεί δηλαδή όπου τα εμπόδια είναι μεγαλύτερα.

Αυτό έχει άμεση σχέση με τη στρατηγική της αξίας. Ο ιδιοκτήτης ενός ξενοδοχείου είκοσι δωματίων στην Ήπειρο είναι αυτός που θα αποφασίσει αν θα μείνει ανοιχτός τον Νοέμβριο, αν θα φτιάξει πακέτο με έναν τοπικό οδηγό πεζοπορίας και ένα οινοποιείο και αν θα πουλήσει απευθείας σε έναν Αμερικανό ταξιδιώτη. Αν δεν έχει τα εργαλεία, τη γνώση και τους συνεργάτες για να το κάνει, καμία εθνική στρατηγική δεν θα φτάσει μέχρι την πόρτα του. Η επένδυση στους ανθρώπους σημαίνει λοιπόν κάτι συγκεκριμένο: εκπαίδευση των ιδιοκτητών στην τιμολόγηση, στις απευθείας πωλήσεις και στον σχεδιασμό προϊόντος, στήριξη τοπικών συνεργασιών ώστε μικρές επιχειρήσεις να πουλούν μαζί ένα ολοκληρωμένο προϊόν, και κίνητρα για επιχειρήσεις που κρατούν προσωπικό δώδεκα μήνες τον χρόνο.

6. Να κυνηγήσουμε περισσότερο χρόνο, όχι απλώς περισσότερους ανθρώπους

Η μείωση της μέσης διάρκειας παραμονής είναι το στοιχείο που θα έπρεπε να απασχολεί περισσότερο τη νέα στρατηγική. Το ΙΝΣΕΤΕ προτείνει δύο λύσεις: τη βελτίωση του προϊόντος και την προσέλκυση επισκεπτών από μακρινές αγορές, που τείνουν να μένουν περισσότερες μέρες. Σύμφωνα με τη μελέτη του για τις μακρινές αγορές, που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2026, η Ελλάδα είναι πλέον καλά εδραιωμένη σε ΗΠΑ, Καναδά και Αυστραλία, στη 12η με 13η θέση των προτιμήσεων. Στην Κίνα βρίσκεται στην 23η θέση, έχοντας ανέβει οκτώ θέσεις μέσα σε έναν χρόνο, ενώ στην Ινδία είναι μόλις 37η.

Η ίδια μελέτη περιέχει μια λεπτομέρεια που αλλάζει το προϊόν που πρέπει να προβάλουμε. Αμερικανοί, Καναδοί και Αυστραλοί αναζητούν πρώτα αξιοθέατα και μετά παραλία, ενώ Κινέζοι και Ινδοί αναζητούν πρώτα φύση και μετά παραλία. Η πύλη προς τις νέες αγορές δεν είναι λοιπόν απαραίτητα το νησί. Μπορεί να είναι τα βουνά, τα φαράγγια και οι λίμνες, δηλαδή η «άλλη» Ελλάδα της ενότητας 3.

Η εικόνα όμως έχει και ρίσκο. Η European Travel Commission εκτιμούσε ότι οι αφίξεις από την Ασία και τον Ειρηνικό στην Ευρώπη θα αυξηθούν το 2026 ταχύτερα από τον μέσο όρο. Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή άλλαξε τα δεδομένα: σύμφωνα με την ίδια την ETC, επηρεάζει τις αεροπορικές διαδρομές, αυξάνει το κόστος και μειώνει τη σύνδεση μέσω βασικών ενδιάμεσων κόμβων, δημιουργώντας αβεβαιότητα ειδικά για τα μακρινά ταξίδια.

Το στοίχημα λοιπόν δεν αφορά μόνο το από ποιες χώρες μπορούμε να φέρουμε περισσότερους επισκέπτες. Αφορά το ποιες αγορές ταιριάζουν στον τουρισμό που θέλουμε να δημιουργήσουμε και πόσο σταθερά μπορούμε να τις συνδέσουμε με τη χώρα. Για ΗΠΑ, Καναδά και Αυστραλία αυτό σημαίνει περισσότερες απευθείας πτήσεις και ταξίδια δέκα ημερών και πάνω, που συνδυάζουν Αθήνα, ηπειρωτική Ελλάδα και νησί. Για Κίνα και Ινδία σημαίνει προϊόντα φύσης και πολιτισμού, διευκόλυνση στις βίζες και συνεργασία με τους τοπικούς ταξιδιωτικούς οργανισμούς. Για τις ώριμες ευρωπαϊκές αγορές σημαίνει λόγους να μείνουν ένα-δυο βράδια παραπάνω, όχι απλώς να έρθουν.

7. Και, τελικά, τι ακριβώς πουλάει η Ελλάδα;

Ίσως το δυσκολότερο ερώτημα είναι επικοινωνιακό. Για δεκαετίες η εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό χτίστηκε γύρω από ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό τρίπτυχο: ήλιος, θάλασσα, νησί. Μια χώρα όμως που θέλει να αναπτύξει city breaks, γαστρονομία, πολιτισμό, δραστηριότητες στη φύση, συνέδρια, πολυτέλεια, wellness και ορεινό τουρισμό χρειάζεται ένα brand αρκετά μεγάλο ώστε να χωρά όλα αυτά. Όχι αντικατάσταση της παλιάς εικόνας, αλλά διεύρυνσή της: από το «έλα στην Ελλάδα το καλοκαίρι» στο «υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί λόγοι να έρθεις στην Ελλάδα, σχεδόν οποιαδήποτε εποχή του χρόνου».

Αξίζει να δούμε τι γίνεται σήμερα. Ο ΕΟΤ έτρεξε την άνοιξη του 2026 την πρώτη του καμπάνια βασισμένη αποκλειστικά σε δημιουργούς περιεχομένου σε TikTok και YouTube. Η καμπάνια διήρκεσε από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο, έτρεξε σε Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Γερμανία, Σουηδία και Δανία και είχε εκτιμώμενη απήχηση περίπου 19 εκατ. χρηστών. Έδωσε χώρο και σε λιγότερο γνωστούς προορισμούς και στα city breaks, κάτι που είναι θετικό. Ο βασικός της στόχος όμως ήταν να παραμείνει η Ελλάδα πρώτη επιλογή για την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2026, στις ίδιες ώριμες ευρωπαϊκές αγορές και για την ίδια περίοδο αιχμής. Εδώ η επικοινωνία χρειάζεται να ευθυγραμμιστεί με τη στρατηγική που δηλώνει η ίδια η χώρα.

Αυτό σημαίνει τρία πράγματα. Πρώτον, μέρος του προϋπολογισμού προβολής να πηγαίνει σε καμπάνιες που τρέχουν το καλοκαίρι και το φθινόπωρο για ταξίδια από τον Οκτώβριο έως τον Απρίλιο. Δεύτερον, να υπάρχει διαφορετικό μήνυμα ανά αγορά: αξιοθέατα και πολιτισμός για την Αμερική, φύση για την Κίνα και την Ινδία, Σαββατοκύριακα για τους γείτονες. Τρίτον, η νέα πλατφόρμα VisitGreece.gr, που λειτουργεί από τον Ιούλιο του 2026, να οργανώνει το περιεχόμενο με βάση το τι θέλει να κάνει ο ταξιδιώτης και πότε, και όχι μόνο με βάση το πού. Σε αυτό το σημείο η επικοινωνία παύει να είναι απλή διαφημιστική καμπάνια και γίνεται κομμάτι της ίδιας της στρατηγικής προϊόντος.

Από την επιτυχία του προορισμού στη στρατηγική του προορισμού

Ο ελληνικός τουρισμός δεν βρίσκεται μπροστά σε κρίση, μάλλον το αντίθετο. Ακριβώς επειδή έχει πετύχει τόσο πολύ, έχει την πολυτέλεια αλλά και την υποχρέωση να περάσει στο επόμενο στάδιο. Να κυνηγά περισσότερη αξία και όχι μόνο περισσότερες αφίξεις. Να πουλά περισσότερες εποχές και όχι μόνο καλοκαίρι. Να δημιουργεί νέους προορισμούς αντί να φορτώνει μόνο τους ήδη επιτυχημένους. Να επενδύει σε υποδομές και σε ανθρώπους και όχι μόνο σε κλίνες. Και να μετρά όχι μόνο τι φέρνει ο τουρισμός στην οικονομία, αλλά και τι αφήνει πίσω του στις τοπικές κοινωνίες.

Γιατί το μεγάλο ερώτημα της επόμενης δεκαετίας δεν είναι αν η Ελλάδα μπορεί να φέρει περισσότερους τουρίστες. Πιθανότατα μπορεί. Το πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα είναι άλλο: μπορεί να γίνει καλύτερος τουριστικός προορισμός χωρίς να χρειάζεται κάθε χρόνο να γίνεται απλώς μεγαλύτερος;

 

GOOD TO KNOW

Η Βενετία ήταν το 2024 η πρώτη πόλη στον κόσμο που χρέωσε «εισιτήριο εισόδου» σε όσους την επισκέπτονται μόνο για μία μέρα. Το 2026 το τέλος ισχύει 60 ημέρες, από τον Απρίλιο έως τον Ιούλιο. Κοστίζει 5 ευρώ αν κλείσεις νωρίς και 10 ευρώ αν κλείσεις την τελευταία στιγμή. Όποιος διανυκτερεύει στην πόλη δεν πληρώνει. Η λογική είναι να μην τιμωρείται ο επισκέπτης γενικά, αλλά να επιβραβεύεται αυτός που μένει. Το 2025 το μέτρο απέφερε πάνω από 5 εκατ. ευρώ, αλλά μείωσε μόνο λίγο τον κόσμο στις πιο γεμάτες μέρες. Από μόνο του ένα τέλος φέρνει έσοδα, αλλά δεν λύνει τον συνωστισμό.

Η μικρότερη διάρκεια διακοπών δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Στην έρευνα της European Travel Commission για το τέλος του 2025, οι επαγγελματίες του τουρισμού σε όλη την Ευρώπη ανέφεραν ως πρώτη τους ανησυχία τις οικονομικές πιέσεις (79%) και δήλωσαν αυξημένη ανησυχία για τα μικρότερα ταξίδια.

Η Ελλάδα έχει ήδη νόμο για τη διαχείριση προορισμών. Από το 2021 υπάρχει νομικό πλαίσιο για ειδικούς οργανισμούς που διαχειρίζονται και προβάλλουν κάθε προορισμό, κάτι που ο ΟΟΣΑ χαρακτήρισε πρώτη νομική βάση του είδους στη χώρα. Το ζητούμενο επομένως δεν είναι ένας νέος νόμος, αλλά να αποκτήσουν αυτοί οι οργανισμοί χρήματα, προσωπικό και στόχους.

Συνδεθείτε εδώ
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.
THETOTALBUSINESS
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.