THE BULLET POINT "PREVIEW"
Το junk journaling μετατρέπει αποδείξεις, εισιτήρια, χαρτάκια και συσκευασίες σε προσωπικό αρχείο.
Πίσω από το σημερινό trend υπάρχει μια πολύ παλαιότερη παράδοση λευκωμάτων αποκομμάτων και προσωπικών τετραδίων όπου οι άνθρωποι συγκέντρωναν αποσπάσματα, ιδέες, πληροφορίες και μικρά ίχνη της καθημερινότητάς τους
Το ενδιαφέρον του δεν βρίσκεται στην τέλεια αισθητική, αλλά στην πράξη του να επιλέγουμε τι από μια συνηθισμένη ημέρα αξίζει τελικά να κρατήσουμε.
Ένα εισιτήριο από μια συναυλία, το χαρτί ενός καφέ, η κάρτα ενός ξενοδοχείου, η απόδειξη από ένα γεύμα, ένα αυτοκόλλητο, ένα κομμάτι συσκευασίας ή ένας χάρτης που τσαλακώθηκε μέσα στην τσάντα μπορούν, μήνες ή χρόνια αργότερα, να γίνουν πολύ πιο αποτελεσματικοί φορείς μνήμης από μια φωτογραφία που βρίσκεται χαμένη ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες. Το junk journaling πατά ακριβώς πάνω σε αυτή την ιδέα: παίρνει ό,τι κανονικά θεωρούμε άχρηστο και το μεταφέρει σε ένα τετράδιο, μαζί με σημειώσεις, φωτογραφίες, σχέδια, ημερομηνίες ή οτιδήποτε άλλο θέλει να κρατήσει ο άνθρωπος που το φτιάχνει.
Η πρακτική αυτή έχει αποκτήσει νέα δημοτικότητα τα τελευταία χρόνια και συνδέεται με μια ευρύτερη αναζήτηση για δημιουργικές δραστηριότητες που συμβαίνουν μακριά από την οθόνη. Το junk journaling είναι μια φθηνή και προσβάσιμη μορφή δημιουργικής έκφρασης που χρησιμοποιεί καθημερινά υπολείμματα/αποκόμματα αντί να απαιτεί ακριβά υλικά ή ιδιαίτερες καλλιτεχνικές δεξιότητες. Αυτό είναι ίσως και το σημείο που το ξεχωρίζει από πολλές άλλες τάσεις χειροτεχνίας. Δεν χρειάζεται να αγοράσεις πρώτα ένα σωρό πράγματα για να αρχίσεις. Το βασικό υλικό υπάρχει ήδη γύρω σου και, τις περισσότερες φορές, προοριζόταν για τα σκουπίδια. Ένα τετράδιο, κόλλα ή ταινία και λίγη διάθεση να αποδεχθείς ότι η σελίδα δεν χρειάζεται να είναι τέλεια είναι αρκετά. Όσο λιγότερο μοιάζει με προϊόν και περισσότερο με προσωπικό αρχείο, τόσο πιο ενδιαφέρον γίνεται.
Παρά την καινούργια ονομασία και την παρουσία του στα social media, η βασική ιδέα δεν είναι καθόλου νέα. Τα scrapbooks -λευκώματα αποκομμάτων- υπήρχαν ήδη από τον 19ο αιώνα ως ένας τρόπος με τον οποίο άνθρωποι συνέλεγαν αποκόμματα εφημερίδων, πληροφορίες, εικόνες και κείμενα που θεωρούσαν χρήσιμα ή σημαντικά. Πριν από αυτά, τα λεγόμενα commonplace books χρησιμοποιούνταν επί αιώνες για την καταγραφή αποσπασμάτων, σκέψεων και γνώσεων. Σε ιστορικό αφιέρωμα του Smithsonian Magazine για την εξέλιξη των λευκωμάτων αποκομμάτων έχει καταγράφει πώς τα scrapbooks εξελίχθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα από συλλογές δημοσιευμένου υλικού σε πιο προσωπικά αρχεία, με εισιτήρια, φωτογραφίες, περιτυλίγματα και άλλα μικρά αντικείμενα καθημερινής ζωής. Με άλλα λόγια, το σημερινό junk journal δεν εμφανίστηκε από το πουθενά. Είναι η σύγχρονη εκδοχή μιας παλιάς ανθρώπινης παρόρμησης: να πάρουμε κάτι εφήμερο και να το εμποδίσουμε να εξαφανιστεί.
Αυτό αποκτά διαφορετική σημασία σήμερα επειδή σχεδόν ολόκληρη η προσωπική μας ιστορία παράγεται ψηφιακά. Οι φωτογραφίες πηγαίνουν στο cloud, οι συνομιλίες μένουν σε εφαρμογές, οι κρατήσεις βρίσκονται στο email, τα εισιτήρια είναι QR codes και ακόμη και οι αποδείξεις γίνονται σταδιακά ηλεκτρονικές. Θεωρητικά διατηρούμε περισσότερα ίχνη της ζωής μας από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά. Στην πράξη, όμως, το ότι κάτι έχει αποθηκευτεί δεν σημαίνει ότι θα το ξαναδούμε. Ένα junk journal κάνει κάτι που η αυτόματη ψηφιακή αποθήκευση δεν μπορεί να κάνει από μόνη της: αναγκάζει τον άνθρωπο να επιλέξει. Από όλα όσα πέρασαν από τα χέρια μου αυτή την εβδομάδα, τι αξίζει να μπει εδώ; Αυτή η μικρή απόφαση είναι το πραγματικό περιεχόμενο του τετραδίου. Δεν αρχειοθετεί απλώς αντικείμενα. Ιεραρχεί στιγμές.
Υπάρχει επίσης μια ωραία αντιστροφή στην αισθητική του. Τα social media μας έχουν μάθει ότι ό,τι δημιουργούμε μπορεί να καταλήξει να αξιολογείται από κάποιον άλλον. Ακόμη και τα προσωπικά ημερολόγια, τα desk setups ή οι σελίδες journaling εμφανίζονται συχνά ως προσεκτικά σκηνοθετημένο περιεχόμενο. Το junk journal δεν χρειάζεται να λειτουργήσει έτσι. Μπορεί να είναι άσχημο. Μπορεί να είναι γεμάτο λοξά χαρτιά, κακογραμμένες προτάσεις, μουτζούρες και αντικείμενα που κανένας τρίτος δεν καταλαβαίνει γιατί κρατήθηκαν. Αυτή ακριβώς είναι η γοητεία του. Δεν χρειάζεται να είναι portfolio. Δεν είναι απαραίτητο να δημιουργείται για κοινό. Σε μια εποχή κατά την οποία σχεδόν κάθε δημιουργική δραστηριότητα μπορεί να μετατραπεί σε περιεχόμενο, υπάρχει κάτι ανακουφιστικό σε ένα τετράδιο που δεν χρειάζεται να το δει κανείς.
Το πιο ωραίο αποτέλεσμα, όμως, δεν εμφανίζεται την ώρα που φτιάχνεις τη σελίδα. Εμφανίζεται αργότερα. Μια απόδειξη των 12 ευρώ, όταν τη βλέπεις την ημέρα που εκδόθηκε, είναι απλώς λογιστικό χαρτί. Πέντε χρόνια μετά μπορεί να είναι το μόνο φυσικό αντικείμενο που απέμεινε από ένα συγκεκριμένο βράδυ. Ένα εισιτήριο μπορεί να επαναφέρει τον άνθρωπο με τον οποίο πήγες, ένα αυτοκόλλητο μπορεί να θυμίσει μια πόλη, μια χειρόγραφη λέξη μπορεί να σε μεταφέρει σε μια περίοδο που είχες σχεδόν ξεχάσει.
Η αξία δεν βρίσκεται στο χαρτί. Βρίσκεται στη σχέση που δημιουργείται μεταξύ του αντικειμένου και της στιγμής. Και ίσως αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον μάθημα του junk journaling: μια ζωή δεν αποτελείται μόνο από τα γεγονότα που θα έβαζες σε ένα βιογραφικό ή σε ένα φωτογραφικό άλμπουμ. Αποτελείται κυρίως από τις συνηθισμένες ημέρες ανάμεσά τους. Κάποιες φορές χρειάζεται απλώς να κρατήσεις ένα μικρό, φαινομενικά άχρηστο κομμάτι τους για να το θυμηθείς.

GOOD TO KNOW
Τα λευκώματα αποκομμάτων (scrapbooks) δεν ήταν απλώς ένας πρόγονος του προσωπικού ημερολογίου. Τον 19ο αιώνα λειτουργούσαν συχνά σαν χειροποίητες μηχανές αναζήτησης: άνθρωποι έκοβαν από εφημερίδες και περιοδικά ό,τι θεωρούσαν χρήσιμο και το οργάνωναν σε θεματικές συλλογές, από συνταγές και πρακτικές συμβουλές μέχρι πολιτικά κείμενα, νεκρολογίες και πληροφορίες για την καθημερινή ζωή.
Μια γυναίκα γύρω στο 1870, για παράδειγμα, συγκέντρωνε σε scrapbook γνώσεις που πίστευε ότι θα της χρειάζονταν όταν θα ζούσε σε αγρόκτημα, ενώ τη δεκαετία του 1920 άλλη νοικοκυρά κρατούσε πραγματικά δείγματα λεκιασμένων υφασμάτων μαζί με οδηγίες για το πώς αφαιρείται κάθε λεκές.
Η πρακτική είχε γίνει τόσο διαδεδομένη ώστε το 1872 ο Mark Twain κατοχύρωσε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ένα «self-pasting scrapbook», με έτοιμες κολλητικές λωρίδες στις σελίδες, ώστε ο χρήστης να μη χρειάζεται ξεχωριστή κόλλα. Το προϊόν έγινε μάλιστα επιτυχημένη παράλληλη επιχειρηματική δραστηριότητα για τον ίδιο.
Την ίδια περίοδο, εφημερίδες άρχισαν να τυπώνουν μικρά αυτοτελή κομμάτια κειμένου ειδικά για να μπορούν οι αναγνώστες να τα κόβουν και να τα φυλάνε. Με άλλα λόγια, πολύ πριν από τα bookmarks, τα saved posts και το «save for later», οι άνθρωποι είχαν ήδη εφεύρει έναν αναλογικό τρόπο να φιλτράρουν την πληροφοριακή υπερφόρτωση και να χτίζουν τη δική τους προσωπική βάση δεδομένων.