Επανανάγνωση: Διάβασε ξανά το ίδιο βιβλίο

Επανανάγνωση: Διάβασε ξανά το ίδιο βιβλίο

THE BULLET POINT "PREVIEW"

Η πρώτη ανάγνωση μάς δείχνει κυρίως τι συμβαίνει στο βιβλίο. Η δεύτερη μας βοηθά να δούμε γιατί συμβαίνει -και κυρίως αν και γιατί εξακολουθεί να μας αφορά.

Έρευνα δείχνει ότι η επανανάγνωση ενός αγαπημένου βιβλίου μπορεί να ενισχύσει τη νοσταλγία και την αίσθηση κοινωνικής σύνδεσης, επειδή το γνώριμο κείμενο συνδέεται με προηγούμενες εκδοχές του εαυτού μας.

Σε μια εποχή όπου η αξία μετριέται συχνά από το πόσο καινούργιο περιεχόμενο καταναλώνουμε, το να επιστρέφεις σε ένα βιβλίο είναι ίσως ένας διαφορετικός τρόπος να διαβάζεις: όχι περισσότερο, αλλά βαθύτερα.

5 MIN READ

Υπάρχει κάτι σχεδόν παράλογο στην ιδέα να ξαναδιαβάσεις ένα βιβλίο. Ξέρεις ήδη την ιστορία. Γνωρίζεις ποιος φεύγει, ποιος επιστρέφει, ποιος ερωτεύεται, ποιος πεθαίνει. Το τέλος δεν μπορεί πλέον να σε αιφνιδιάσει. Εν τω μεταξύ στο κομοδίνο, περιμένουν βιβλία που δεν έχεις ανοίξει ποτέ και κάθε εβδομάδα προστίθενται νέα που κάποιος σου λέει ότι «πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσεις». Γιατί λοιπόν να επιστρέψεις σε κάτι που έχεις ήδη τελειώσει;

Ίσως επειδή ένα καλό βιβλίο δεν είναι ποτέ ακριβώς το ίδιο βιβλίο τη δεύτερη φορά. Οι λέξεις παραμένουν ίδιες. Ο αναγνώστης όχι.

Η πρώτη ανάγνωση έχει αναγκαστικά κάτι από εξερεύνηση. Θέλουμε να μάθουμε τι συμβαίνει. Η ιστορία μάς τραβά προς τα εμπρός και ένα μέρος της προσοχής μας καταναλώνεται στην πλοκή. Όταν επιστρέφουμε, αυτό το άγχος έχει εξαφανιστεί. Δεν χρειάζεται πλέον να αναρωτιόμαστε τι θα γίνει στην επόμενη σελίδα και έτσι μπορούμε να παρατηρήσουμε πράγματα που την πρώτη φορά πέρασαν σχεδόν απαρατήρητα: τον τρόπο που χτίστηκε ένας χαρακτήρας, μια φράση που προετοίμαζε κάτι πολύ αργότερα, μια σιωπή μέσα στον διάλογο, ένα μικρό σημάδι που τότε δεν είχαμε καν τον λόγο να προσέξουμε. Η επανανάγνωση δεν είναι λοιπόν απλώς επανάληψη. Μπορεί να γίνει διαφορετικός τρόπος προσοχής.

Το γνώριμο μπορεί να γίνει ξανά ξένο

Η Patricia Meyer Spacks, Αμερικανίδα ακαδημαϊκός, συγγραφέας και μελετήτρια της λογοτεχνίας, αφιέρωσε περίπου έναν χρόνο σε ένα ιδιαίτερο προσωπικό πείραμα: επέστρεψε σε βιβλία που είχαν σημαδέψει διαφορετικές φάσεις της ζωής της, από παιδικά αναγνώσματα μέχρι κλασικά μυθιστορήματα. Την εμπειρία αυτή κατέγραψε στο βιβλίο της “On Rereading”, εξετάζοντας όχι μόνο πώς αλλάζει ένα κείμενο όταν το ξαναδιαβάζουμε, αλλά και πώς αλλάζουμε εμείς απέναντί του.

Ένα μυθιστόρημα που θυμόμαστε με βεβαιότητα αποδεικνύεται συχνά διαφορετικό από το βιβλίο που βρίσκεται πραγματικά μπροστά μας. Μερικές φορές επειδή η μνήμη είχε κρατήσει μόνο ένα κομμάτι. Άλλες επειδή στην πρώτη ανάγνωση είχαμε προσέξει διαφορετικά πράγματα. Και αρκετές φορές επειδή αυτό που άλλαξε περισσότερο δεν ήταν το κείμενο αλλά εμείς.

Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της επανανάγνωσης. Ένα βιβλίο που διαβάστηκε στα είκοσι δεν συναντά τον ίδιο άνθρωπο όταν ανοίγει ξανά στα σαράντα. Ένας χαρακτήρας που τότε έμοιαζε δειλός μπορεί τώρα να φαίνεται προσεκτικός. Ένας γονιός που στο παρελθόν εμφανιζόταν αυστηρός μπορεί να γίνει ξαφνικά κατανοητός. Μια ερωτική ιστορία που κάποτε θεωρούσαμε συγκλονιστική μπορεί να μοιάζει σήμερα εξαντλητική.

Το βιβλίο μετατρέπεται έτσι σε ένα παράξενο είδος χρονοκάψουλας: περιέχει όχι μόνο την ιστορία του συγγραφέα αλλά και ίχνη από τον άνθρωπο που ήμασταν όταν τη διαβάσαμε για πρώτη φορά. Η έρευνα γύρω από την επανανάγνωση παιδικών βιβλίων έχει περιγράψει ακριβώς αυτή τη συνάντηση ανάμεσα στον σημερινό ενήλικα, στη μνήμη του παλιού αναγνώστη και στο ίδιο το κείμενο.

Η ψυχολογική διάσταση

Σε πείραμα όπου συμμετέχοντες κλήθηκαν είτε να ξαναδιαβάσουν ένα αγαπημένο μυθιστόρημα είτε να διαβάσουν ένα νέο βιβλίο ή δημοσιογραφικά κείμενα, η επανανάγνωση συνδέθηκε με μεγαλύτερη νοσταλγία και ισχυρότερη αίσθηση κοινωνικής σύνδεσης. Οι ερευνητές εκτίμησαν ότι το γνώριμο βιβλίο λειτουργεί ως γέφυρα προς πρόσωπα, περιόδους και συναισθήματα με τα οποία έχει ήδη συνδεθεί στη μνήμη μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα αγαπημένο μυθιστόρημα αποτελεί θεραπεία ή ότι πρέπει να επιστρέφουμε διαρκώς στο παρελθόν. Δείχνει όμως ότι η ανάγνωση ενός γνώριμου κειμένου δεν είναι απαραίτητα «χαμένος χρόνος» επειδή δεν μας δίνει καινούργια πληροφορία. Μπορεί να μας δίνει ένα διαφορετικό είδος εμπειρίας.

Άλλο η απομνημόνευση

Τώρα αν ο στόχος είναι να απομνημονήσεις εκπαιδευτικό υλικό, η απλή επανάγνωση δεν είναι πάντα η αποτελεσματικότερη τεχνική. Η γνωστική έρευνα δείχνει ότι η ενεργή ανάκληση -να προσπαθείς δηλαδή να θυμηθείς κάτι χωρίς να κοιτάς το κείμενο- είναι συχνά ισχυρότερο εργαλείο μάθησης από το να το διαβάζεις ξανά παθητικά.

Πρόσφατη έρευνα βρήκε ότι η επανανάγνωση μπορεί να βοηθά περισσότερο από μία μοναδική ανάγνωση, αλλά άλλες ενεργητικές στρατηγικές μπορούν να προσφέρουν καλύτερη μακροπρόθεσμη συγκράτηση. Αυτό όμως δεν είναι αντίρρηση στην επανανάγνωση λογοτεχνίας. Είναι απλώς υπενθύμιση ότι δεν διαβάζουμε κάθε βιβλίο για τον ίδιο λόγο. Άλλο να μελετάς για μια εξέταση και άλλο να επιστρέφεις στον Καζαντζάκη, στον Μάρκες ή στην Jane Austen επειδή θέλεις να ξαναμπείς σε έναν κόσμο που κάποτε σήμαινε κάτι για σένα.

Όχι στην λίστα επιδόσεων

Και ίσως σήμερα υπάρχει ένας ακόμη λόγος να ξαναδιαβάζουμε. Η ψηφιακή καθημερινότητα μας έχει εκπαιδεύσει να αποδίδουμε μεγαλύτερη αξία στο καινούργιο. Νέο βιβλίο, νέα σειρά, νέο podcast, νέο άρθρο, νέα λίστα. Ακόμη και το διάβασμα μπορεί να μετατραπεί σε μέτρηση: πόσα βιβλία ολοκληρώσαμε, πόσες σελίδες, πόσους τίτλους στο ετήσιο challenge. Η βιβλιοθήκη κινδυνεύει να γίνει λίστα επιδόσεων. Η επανανάγνωση κάνει ακριβώς το αντίθετο. Δεν προσθέτει έναν ακόμη τίτλο. Εμβαθύνει τη σχέση με έναν που υπάρχει ήδη.

Υπάρχει κάτι όμορφο σε αυτή την άρνηση της συνεχούς αναζήτησης του επόμενου. Δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουμε να ανακαλύπτουμε νέα βιβλία. Σημαίνει ότι ίσως δεν χρειάζεται κάθε ανάγνωση να έχει χαρακτήρα κατάκτησης.

Κάποια βιβλία μπορούν να παραμένουν στη ζωή μας όπως παραμένει ένας παλιός φίλος: όχι επειδή δεν γνωρίζουμε τι θα πει, αλλά επειδή κάθε φορά που τον συναντάμε ακούμε κάτι διαφορετικό.

 

 

GOOD TO KNOW

Η Virginia Woolf ήταν φανατική υπέρμαχος της επανανάγνωσης και θεωρούσε ότι η πραγματική κρίση ενός βιβλίου σχηματίζεται συχνά μόνο όταν απομακρυνθούμε από την πρώτη εντύπωση και επιστρέψουμε σε αυτό αργότερα. Η ιδέα αυτή εμφανίζεται στο δοκίμιό της «How Should One Read a Book?», όπου ξεχωρίζει την πρώτη, αυθόρμητη εμπειρία της ανάγνωσης από την πιο αποστασιοποιημένη αξιολόγηση που ακολουθεί.

Δεν χρειάζεται λοιπόν να θυμόμαστε κάθε λεπτομέρεια ενός βιβλίου για να έχει νόημα η επιστροφή σε αυτό· μερικές φορές η απόσταση είναι ακριβώς αυτό που κάνει τη δεύτερη ανάγνωση ενδιαφέρουσα.

Συνδεθείτε εδώ
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.
THETOTALBUSINESS
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.