Ήξερες ότι, η Play-Doh ήταν καθαριστικό ταπετσαρίας πριν γίνει ένα από τα πιο διάσημα παιχνίδια του κόσμου;

Πριν αποκτήσει τα χαρακτηριστικά κίτρινα κουτιά και τα έντονα χρώματα, η Play-Doh ήταν μια λευκή μάζα που καθάριζε την αιθάλη από τους τοίχους. Όταν η αλλαγή στον τρόπο θέρμανσης των σπιτιών κατέστρεψε την αγορά της, μια δασκάλα ανακάλυψε ότι το υλικό μπορούσε να γίνει παιχνίδι. Έτσι, ένα προϊόν που κινδύνευε να εξαφανιστεί απέκτησε μια δεύτερη ζωή με πωλήσεις δισεκατομμυρίων συσκευασιών.

Ήξερες ότι, η Play-Doh ήταν καθαριστικό ταπετσαρίας πριν γίνει ένα από τα πιο διάσημα παιχνίδια του κόσμου;

THE BULLET POINT "PREVIEW"

Η Play-Doh προήλθε από καθαριστικό ταπετσαριών της Kutol, του οποίου η ζήτηση μειώθηκε όταν τα σπίτια άρχισαν να εγκαταλείπουν τη θέρμανση με κάρβουνο.

Η δασκάλα Kay Zufall αναγνώρισε τη δυνατότητα χρήσης του υλικού από παιδιά το 1955, ενώ η Play-Doh κυκλοφόρησε εμπορικά ως παιχνίδι το 1956 και απέκτησε περισσότερα χρώματα το 1957.

Η Play-Doh πέρασε στη Hasbro το 1991 και είχε ξεπεράσει ιστορικά τα τρία δισεκατομμύρια κουτιά σε πωλήσεις, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν το 2019.

6 MIN READ

Αν υπάρχει ένα παιχνίδι που μπορεί να μετατρέψει το τραπέζι της κουζίνας σε εργαστήριο γλυπτικής μέσα σε λίγα λεπτά, αυτό είναι η Play-Doh. Ανοίγουμε το χαρακτηριστικό κουτί, βγάζουμε τη μαλακή μάζα και αρχίζουμε να φτιάχνουμε ζωάκια, λουλούδια, φανταστικά φαγητά ή κάτι που αρχικά έμοιαζε με αυτοκίνητο, αλλά στην πορεία θυμίζει περισσότερο πατάτα.

Τα χρώματα αναμειγνύονται, οι κατασκευές χαλάνε και ξαναφτιάχνονται και στο τέλος συνήθως απομένει μια ακαθόριστη μάζα που δεν θυμίζει κανένα από τα αρχικά χρώματα.

Το περίεργο είναι ότι η Play-Doh δεν δημιουργήθηκε για να παίζουν τα παιδιά. Το υλικό που εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα παιχνίδια του κόσμου προοριζόταν αρχικά για τον καθαρισμό ταπετσαριών. Μάλιστα, η εταιρεία που το παρήγαγε βρέθηκε αντιμέτωπη με την κατάρρευση της ζήτησης, όταν τα αμερικανικά σπίτια έγιναν καθαρότερα.

Η επιχειρηματική σωτηρία δεν ήρθε από κάποιο ερευνητικό εργαστήριο, αλλά από μια σχολική αίθουσα.

Όταν οι τοίχοι χρειάζονταν ειδικό καθαριστικό

Στις αρχές του 20ού αιώνα, πολλά αμερικανικά σπίτια θερμαίνονταν με κάρβουνο. Η καύση δημιουργούσε αιθάλη που συσσωρευόταν στις επιφάνειες των εσωτερικών χώρων, δημιουργώντας ιδιαίτερο πρόβλημα στις ταπετσαρίες. Ο καθαρισμός τους ήταν δύσκολος, επειδή το νερό και το έντονο τρίψιμο μπορούσαν να προκαλέσουν φθορές.

Η Kutol Products, μια εταιρεία που είχε ιδρυθεί το 1912 στο Σινσινάτι του Οχάιο, δραστηριοποιούνταν στην παραγωγή καθαριστικών. Το 1933 ο Cleo McVicker εξασφάλισε συμφωνία με την αλυσίδα Kroger για την προμήθεια ενός έτοιμου καθαριστικού ταπετσαρίας, παρότι η επιχείρηση δεν διέθετε ακόμη το κατάλληλο προϊόν.

Ο αδελφός του, Noah McVicker, ανέπτυξε μια μαλακή, εύπλαστη σύνθεση, με συστατικά όπως νερό, αλάτι και αλεύρι. Η μάζα μπορούσε να πιεστεί πάνω στην επιφάνεια της ταπετσαρίας και να συγκρατήσει την αιθάλη, χωρίς την ανάγκη έντονου τριψίματος.

Το προϊόν γνώρισε επιτυχία. Για περίπου δύο δεκαετίες, το καθαριστικό αποτελούσε σημαντική δραστηριότητα της Kutol, βοηθώντας την εταιρεία να αναπτυχθεί. Υπήρχε, όμως, ένας κίνδυνος που δεν σχετιζόταν με την ποιότητα του προϊόντος: η χρησιμότητά του εξαρτιόταν από το πώς θερμαίνονταν τα σπίτια.

Η πρόοδος που έγινε επιχειρηματικό πρόβλημα

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ολοένα περισσότερα νοικοκυριά εγκατέλειπαν τη θέρμανση με κάρβουνο και στρέφονταν στο πετρέλαιο, στο φυσικό αέριο και στον ηλεκτρισμό. Η αιθάλη μειωνόταν, οι τοίχοι παρέμεναν καθαρότεροι και το ειδικό καθαριστικό γινόταν λιγότερο απαραίτητο.

Για τους ιδιοκτήτες των σπιτιών, η εξέλιξη ήταν θετική. Για την Kutol, όχι. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, οι πωλήσεις του προϊόντος υποχωρούσαν και η επιχείρηση αναζητούσε τρόπο να διατηρήσει τη δραστηριότητά της.

Ο Joseph McVicker, που είχε αναλάβει τη διοίκηση μετά τον θάνατο του Cleo το 1949, βρέθηκε αντιμέτωπος με μια δύσκολη πραγματικότητα. Το καθαριστικό εξακολουθούσε να κάνει τη δουλειά για την οποία είχε σχεδιαστεί, αλλά όλο και λιγότεροι άνθρωποι χρειάζονταν αυτή τη δουλειά.

Αυτό είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της ιστορίας. Η αγορά ενός προϊόντος μπορεί να εξαφανιστεί χωρίς να έχει εμφανιστεί κάποιο καλύτερο ανταγωνιστικό προϊόν. Αρκεί να αλλάξει η καθημερινότητα των πελατών.

Η δασκάλα που είδε παιχνίδι εκεί όπου άλλοι έβλεπαν καθαριστικό

Η λύση εμφανίστηκε το 1955. Η Kay Zufall, δασκάλα μικρών παιδιών και συγγενής του Joseph McVicker, αναζητούσε ένα εύπλαστο υλικό για δραστηριότητες μέσα στην τάξη. Είχε πληροφορηθεί ότι ένα καθαριστικό ταπετσαρίας μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε χειροτεχνίες και αποφάσισε να το δοκιμάσει.

Η μαλακή μάζα αποδείχθηκε κατάλληλη για τα μικρά χέρια των παιδιών. Μπορούσαν να την πιέζουν, να τη διαμορφώνουν και να φτιάχνουν διαφορετικά αντικείμενα, χωρίς τη δυσκολία που παρουσίαζαν ορισμένα συνηθισμένα υλικά μοντελισμού.

Η Zufall μετέφερε την ιδέα στον McVicker. Εκείνος επισκέφθηκε τη σχολική αίθουσα, είδε τις κατασκευές και συνειδητοποίησε ότι το προϊόν που έχανε την αρχική του αγορά μπορούσε να αποκτήσει μια εντελώς διαφορετική.

Το ίδιο έτος παρουσιάστηκε σε εκπαιδευτική έκθεση, ενώ το 1956 ιδρύθηκε η Rainbow Crafts, θυγατρική της Kutol, για να αναπτύξει την εμπορική διάθεσή του ως παιχνιδιού. Το νέο προϊόν ονομάστηκε Play-Doh, ονομασία που, σύμφωνα με τo The Strong National Museum of Play, πρότεινε η Kay Zufall.

Η αλλαγή απαιτούσε και προσαρμογή του προϊόντος. Η εταιρεία τροποποίησε τη σύνθεση και τη συσκευασία του, ώστε να ανταποκρίνεται στην καινούργια χρήση. Το αρχικό καθαριστικό είχε σχεδιαστεί για έναν πρακτικό σκοπό, η Play-Doh έπρεπε τώρα να είναι κατάλληλη για δημιουργική απασχόληση.

Από τη λευκή μάζα στα πολύχρωμα κουτιά

Η Play-Doh κυκλοφόρησε αρχικά σε λευκό χρώμα. Το 1957 προστέθηκαν το κόκκινο, το κίτρινο και το μπλε, δίνοντας στα παιδιά περισσότερες δυνατότητες δημιουργίας.

Η Rainbow Crafts άρχισε να προωθεί το προϊόν όχι μόνο στα σχολεία, αλλά και σε μεγάλα καταστήματα. Η μετάβαση αυτή ήταν επιχειρηματικά κρίσιμη. Οι δάσκαλοι μπορούσαν να δείξουν τη χρησιμότητα του υλικού, αλλά οι γονείς αποτελούσαν την ευρύτερη αγορά που θα εξασφάλιζε επαναλαμβανόμενες πωλήσεις.

Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η τηλεόραση. Η παιδική εκπομπή Captain Kangaroo συνέβαλε στη διάδοση της Play-Doh σε ολόκληρες τις ΗΠΑ, όπως και η Ding Dong School. Οι τηλεοπτικές παρουσιάσεις έκαναν κάτι που μια έντυπη διαφήμιση δυσκολευόταν να πετύχει: έδειχναν στα παιδιά τι ακριβώς μπορούσαν να δημιουργήσουν.

Το 1960 παρουσιάστηκε το Play-Doh Fun Factory, ένα εργαλείο που επέτρεπε στα παιδιά να πιέζουν το υλικό μέσα από διαφορετικά καλούπια, δημιουργώντας σχήματα όπως μακαρόνια και κορδέλες. Την ίδια περίοδο εμφανίστηκε στις συσκευασίες και ο χαρακτήρας Play-Doh Pete.

Η Play-Doh δεν ήταν πλέον απλώς μια μαλακή μάζα. Είχε γίνει η βάση για μια ολόκληρη σειρά παιχνιδιών και αξεσουάρ, που μπορούσαν να ανανεώνονται χωρίς να αλλάζει η βασική ιδέα.

Τρία δισεκατομμύρια κουτιά αργότερα

Το 1965 η Rainbow Crafts πωλήθηκε στη General Mills. Ακολούθησαν εταιρικές ανακατατάξεις, μέχρι που η Play-Doh πέρασε στη Hasbro το 1991.

Το 1998 εντάχθηκε στο National Toy Hall of Fame του The Strong National Museum of Play, μια αναγνώριση της ιδιαίτερης θέσης της στην ιστορία των παιχνιδιών.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Smithsonian Magazine το 2019, οι ιστορικές πωλήσεις της Play-Doh είχαν ξεπεράσει τα τρία δισεκατομμύρια κουτιά από το εμπορικό λανσάρισμά της το 1956.

Η διάρκεια της επιτυχίας της στηρίζεται σε ένα χαρακτηριστικό που δεν αλλάζει εύκολα με τις μόδες: το παιχνίδι δεν επιβάλλει στα παιδιά ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Επιτρέπει να δημιουργούν, να χαλούν και να ξαναρχίζουν. Αυτή η απλότητα το βοήθησε να παραμείνει αναγνωρίσιμο ακόμη και όταν εμφανίστηκαν πολλές νέες κατηγορίες παιχνιδιών.

Μερικές φορές δεν χρειάζεται νέο προϊόν, αλλά νέα χρήση

Η ιστορία της Play-Doh δεν είναι ακριβώς ιστορία τυχαίας εφεύρεσης. Το υλικό υπήρχε ήδη και λειτουργούσε αποτελεσματικά στην αρχική του χρήση. Εκείνο που άλλαξε ήταν η αγορά.

Μια τεχνολογική εξέλιξη, η αντικατάσταση του κάρβουνου από καθαρότερες μορφές θέρμανσης, περιόρισε τη ζήτηση για το καθαριστικό. Μια δασκάλα αναγνώρισε ότι η ίδια μαλακή μάζα μπορούσε να εξυπηρετεί μια διαφορετική ανάγκη. Και μια επιχείρηση επέλεξε να ακολουθήσει αυτή την παρατήρηση, αντί να υπερασπιστεί μια αγορά που εξαφανιζόταν.

Είναι μια υπενθύμιση ότι η αξία ενός προϊόντος δεν βρίσκεται μόνο στο υλικό ή στην τεχνολογία του, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο το χρησιμοποιούν οι άνθρωποι.

GOOD TO KNOW

Η χαρακτηριστική μυρωδιά της Play-Doh έχει αποκτήσει δική της νομική προστασία. Το 2018 η Hasbro ανακοίνωσε ότι το άρωμα του προϊόντος καταχωρίστηκε ως εμπορικό σήμα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η εταιρεία το περιγράφει ως έναν ιδιαίτερο συνδυασμό γλυκιάς, ελαφρώς μοσχομυριστής αίσθησης, με νότες βανίλιας και κερασιού και τη φυσική μυρωδιά αλατισμένης ζύμης.

Είναι ένα ασυνήθιστο παράδειγμα εμπορικής ταυτότητας που δεν βασίζεται μόνο στο όνομα, το λογότυπο ή τη συσκευασία, αλλά και σε κάτι που μπορεί κανείς να αναγνωρίσει με κλειστά μάτια.

Συνδεθείτε εδώ
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.
THETOTALBUSINESS
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.