Η δρομολόγηση της εισαγωγής της Unisystems στον Euronext Athens δεν αποτελεί απλώς μια εταιρική εξέλιξη, αλλά μια κίνηση με πολλαπλές οικονομικές και στρατηγικές προεκτάσεις, καθώς μπορεί να δημιουργήσει νέα κεφάλαια για τη μητρική, να αποτυπώσει με μεγαλύτερη διαφάνεια την αξία της θυγατρικής και να δώσει στην Quest μεγαλύτερη ευελιξία για τις επόμενες επενδυτικές της κινήσεις.
Η συγκεκριμένη επιλογή αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον μετά την ανατροπή των σχεδίων για την πώληση της ACS στη γερμανική GLS. Η Quest είχε βρεθεί μπροστά σε μια σημαντική ευκαιρία ρευστοποίησης μιας στρατηγικής συμμετοχής της, ωστόσο η συμφωνία δεν προχώρησε.
Η εισαγωγή της Uni Systems στο Χρηματιστήριο δείχνει ότι ο όμιλος δεν εγκαταλείπει τη στρατηγική αξιοποίησης των συμμετοχών του, αλλά αναζητά διαφορετικούς δρόμους για να μετατρέψει την επιχειρηματική του ανάπτυξη σε υπεραξία για τους μετόχους.
Η διαφορά είναι ότι στην περίπτωση της Uni Systems η Quest δεν χρειάζεται να αποχωρήσει από μια δραστηριότητα για να αποκομίσει οικονομικό όφελος. Μέσω της δημόσιας προσφοράς θα διαθέσει μέρος των υφιστάμενων μετοχών της, διατηρώντας πλειοψηφική συμμετοχή στην εταιρεία, το ακριβές ύψος της οποίας θα καθοριστεί από τους τελικούς όρους της συναλλαγής.
Το κρυμμένο χρηματιστηριακό asset της Quest
Το πρώτο και ίσως σημαντικότερο όφελος αφορά την αποτίμηση. Μέχρι σήμερα, η αξία της Uni Systems αποτελεί μέρος της συνολικής αξίας της Quest, χωρίς να υπάρχει μια ανεξάρτητη χρηματιστηριακή τιμή που να αποτυπώνει καθημερινά τις προοπτικές και τις επιδόσεις της. Με την εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο, η αγορά θα κληθεί να αξιολογήσει αυτοτελώς μια επιχείρηση με κύκλο εργασιών που ξεπέρασε τα 268 εκατ. ευρώ το 2025 και EBITDA άνω των 28 εκατ. ευρώ.
Πρόκειται για μεγέθη που τοποθετούν τη Uni Systems ανάμεσα στους σημαντικούς παίκτες της εγχώριας αγοράς πληροφορικής, σε μια περίοδο κατά την οποία οι τεχνολογικές εταιρείες βρίσκονται στο επίκεντρο του επενδυτικού ενδιαφέροντος. Η εκτίμηση της διοίκησης είναι ότι και το 2026 θα κινηθεί σε αντίστοιχα επίπεδα, εφόσον δεν υπάρξουν εξωγενείς ανατροπές, ενώ η δεξαμενή έργων προσεγγίζει τα 400 εκατ. ευρώ.

Το τελευταίο στοιχείο έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς προσφέρει ορατότητα για την επόμενη ημέρα. Στο χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη, αλλά και διαγωνισμοί που αναμένεται να προκηρυχθούν μέσα στον επόμενο χρόνο, όπως το νέο σύστημα ταυτοτήτων και σειρά ψηφιακών παρεμβάσεων μέσω του Υπερταμείου και του ΕΣΠΑ.
Επιπλέον, η σύνθεση των εσόδων της εταιρείας αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο που μπορεί να λειτουργήσει θετικά στην αξιολόγησή της από τους επενδυτές. Το Δημόσιο αντιστοιχεί μόλις στο 15% του κύκλου εργασιών, με το υπόλοιπο να προέρχεται από τον ιδιωτικό τομέα, τις τράπεζες και τις διεθνείς αγορές. Έτσι, η Uni Systems δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον κύκλο των δημόσιων ψηφιακών έργων, ο οποίος γνώρισε μεγάλη επιτάχυνση την περίοδο του Ταμείου Ανάκαμψης.
Μάλιστα, η διοίκηση εκτιμά ότι η επόμενη ημέρα του RRF δεν σημαίνει απαραίτητα υποχώρηση της ζήτησης. Η συντήρηση και υποστήριξη των συστημάτων που έχουν ήδη εγκατασταθεί δημιουργεί μια νέα αγορά, με πολυετείς συμβάσεις και επαναλαμβανόμενα έσοδα. Η κυβερνητική δέσμευση για επενδύσεις άνω του 1 δισ. ευρώ στην επόμενη πενταετία για τη συντήρηση των σχετικών έργων ενισχύει αυτή την προοπτική.
Η άμυνα και οι εξαγορές αλλάζουν τις προοπτικές
Στο επενδυτικό αφήγημα της Uni Systems προστίθεται και η προσπάθεια διεύρυνσης της παρουσίας της σε νέους κλάδους. Η άμυνα αποτελεί έναν από τους βασικούς στρατηγικούς άξονες, με την εταιρεία να αναπτύσσει δραστηριότητα σε ερευνητικά έργα, ευρωπαϊκά προγράμματα, στον ψηφιακό μετασχηματισμό των Ενόπλων Δυνάμεων και σε εφαρμογές που συνδέονται με οπλικά συστήματα.
Η συμμετοχή σε προγράμματα του European Defence Fund, οι λύσεις κυβερνοασφάλειας και διαλειτουργικότητας, αλλά και η παρουσία σε έργα drones διπλής χρήσης συνθέτουν ένα πεδίο που μπορεί να προσφέρει πρόσθετες πηγές ανάπτυξης. Ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία ενισχύονται οι αμυντικές δαπάνες στην Ευρώπη και διευρύνεται η συζήτηση για τη συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας σε ποσοστό 25% στα νέα εξοπλιστικά προγράμματα.
Παράλληλα, η εταιρεία εξετάζει νέες εξαγορές, με προτεραιότητα σε επιχειρήσεις που διαθέτουν εξειδικευμένη τεχνογνωσία και ιδιόκτητη πνευματική ιδιοκτησία (IP). Η στόχευση δεν είναι απλώς η αύξηση του μεγέθους, αλλά η απόκτηση τεχνολογικών δυνατοτήτων που μπορούν να ενισχύσουν τα περιθώρια κέρδους και να επιταχύνουν τη διεθνή επέκταση.
Το ενδιαφέρον από υποψήφιους στόχους υπάρχει, ωστόσο η διοίκηση εμφανίζεται προσεκτική ως προς τις αποτιμήσεις και τη στρατηγική συνάφεια κάθε κίνησης.
