Τα τελευταία χρόνια το ελληνικό οικοσύστημα startups έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ωριμότητα, με περισσότερες επενδύσεις, αυξημένη εξωστρέφεια και επιχειρήσεις που σχεδιάζουν εξαρχής προϊόντα για τη διεθνή αγορά.
Παράλληλα, όμως, οι επενδυτές εμφανίζονται περισσότερο επιλεκτικοί, δίνοντας προτεραιότητα σε τομείς που συνδυάζουν υψηλές προοπτικές ανάπτυξης με πραγματική ζήτηση από επιχειρήσεις και οργανισμούς σε παγκόσμιο επίπεδο.
AI και Defence συγκεντρώνουν μεγάλο ενδιαφέρον
Στην κορυφή αυτής της λίστας βρίσκεται αναμφίβολα η τεχνητή νοημοσύνη. Η ραγδαία εξάπλωση των εφαρμογών AI έχει μεταβάλει τις προτεραιότητες των επενδυτικών κεφαλαίων διεθνώς, τάση που αποτυπώνεται πλέον και στην Ελλάδα.
Ωστόσο, οι περισσότεροι επενδυτές δεν αναζητούν απλώς μία startup που χρησιμοποιεί τεχνητή νοημοσύνη, αλλά εταιρείες που αξιοποιούν την τεχνολογία για να επιλύσουν συγκεκριμένα προβλήματα σε τομείς όπως οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, η υγεία, η βιομηχανία, το λιανεμπόριο και η διαχείριση επιχειρησιακών διαδικασιών. Με άλλα λόγια, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από το ίδιο το AI στις εφαρμογές που δημιουργούν πραγματική επιχειρηματική αξία.
Ιδιαίτερη δυναμική καταγράφεται και στην αμυντική τεχνολογία, έναν κλάδο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια απουσίαζε σχεδόν πλήρως από τον δημόσιο διάλογο γύρω από τις ελληνικές startups.
Οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες στην Ευρώπη, τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η ενίσχυση των επενδύσεων σε τεχνολογίες διττής χρήσης δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον για ελληνικές εταιρείες που αναπτύσσουν λογισμικό, εφαρμογές κυβερνοασφάλειας, συστήματα μη επανδρωμένων αεροσκαφών, αισθητήρες και προηγμένες λύσεις δεδομένων.
Πρόκειται για έναν χώρο στον οποίο η τεχνογνωσία αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία, ενώ η δυνατότητα συνεργασίας με διεθνείς αμυντικούς ομίλους ανοίγει δρόμους για ταχεία ανάπτυξη.
Λογισμικό και η ψηφιοποίηση κεντρίζουν το ενδιαφέρον
Παράλληλα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον εξακολουθεί να παρουσιάζει το επιχειρησιακό λογισμικό (Enterprise Software) και οι λύσεις B2B SaaS. Πρόκειται για έναν τομέα στον οποίο ελληνικές εταιρείες έχουν ήδη καταφέρει να αποκτήσουν σημαντική διεθνή παρουσία, εξυπηρετώντας μεγάλους οργανισμούς σε δεκάδες χώρες.
Η ανάπτυξη εξειδικευμένων πλατφορμών που απευθύνονται σε επιχειρήσεις, με επαναλαμβανόμενα έσοδα μέσω συνδρομητικών μοντέλων, αποτελεί ένα επιχειρηματικό μοντέλο που εξακολουθεί να προσελκύει το ενδιαφέρον των επενδυτών, καθώς προσφέρει δυνατότητες κλιμάκωσης χωρίς την ανάγκη σημαντικών επενδύσεων σε φυσική παρουσία.
Σημαντικές προοπτικές διακρίνονται επίσης στη ναυτιλιακή τεχνολογία. Η ισχυρή θέση της Ελλάδας στη διεθνή ναυτιλία δημιουργεί ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για startups που αναπτύσσουν λύσεις ψηφιοποίησης, διαχείρισης στόλου, βελτιστοποίησης κατανάλωσης καυσίμων, ανάλυσης δεδομένων και περιβαλλοντικής συμμόρφωσης. Παρότι ο συγκεκριμένος κλάδος παραμένει σχετικά μικρός σε αριθμό εταιρειών, αρκετοί επενδυτές θεωρούν ότι διαθέτει σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης, καθώς απευθύνεται σε μια παγκόσμια αγορά με υψηλή τεχνολογική ζήτηση.
Στις επιλογές των επενδυτών παραμένει και το fintech, αν και πλέον σε διαφορετική βάση από ό,τι πριν από λίγα χρόνια. Εάν στο παρελθόν το ενδιαφέρον εστιαζόταν κυρίως στις ψηφιακές πληρωμές, σήμερα η προσοχή στρέφεται σε πιο εξειδικευμένες εφαρμογές, όπως οι αυτοματοποιημένες διαδικασίες συμμόρφωσης, η ανίχνευση απάτης, η αξιοποίηση δεδομένων και η ενσωμάτωση λύσεων τεχνητής νοημοσύνης στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.
Οι δυσκολίες της αγοράς και του μεγάλου deal
Ωστόσο, η επιλογή του κατάλληλου κλάδου αποτελεί μόνο ένα μέρος της εξίσωσης. Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειώσει το ελληνικό οικοσύστημα τα τελευταία χρόνια, εξακολουθούν να υπάρχουν δομικές αδυναμίες που δυσκολεύουν τη δημιουργία εταιρειών με αποτίμηση δισεκατομμυρίων.
Η περιορισμένη εγχώρια αγορά υποχρεώνει τις περισσότερες startups να αναζητήσουν πελάτες στο εξωτερικό από τα πρώτα στάδια της ανάπτυξής τους, ενώ η χρηματοδότηση στα μεταγενέστερα στάδια παραμένει σημαντικά πιο δύσκολη σε σύγκριση με ώριμα ευρωπαϊκά οικοσυστήματα.
Το μεγαλύτερο κενό εντοπίζεται στη διαθεσιμότητα κεφαλαίων για γύρους χρηματοδότησης Series B και Series C. Αν και τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκαν περισσότερα επενδυτικά σχήματα που στηρίζουν τις επιχειρήσεις στα πρώτα τους βήματα, αρκετές ελληνικές startups αναγκάζονται στη συνέχεια να στραφούν σε ξένα funds για να χρηματοδοτήσουν τη διεθνή επέκτασή τους. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, οι εταιρείες εξαγοράζονται πριν προλάβουν να αποκτήσουν το μέγεθος που απαιτείται για να εξελιχθούν σε unicorns, γεγονός που περιορίζει τον αριθμό των ελληνικών επιχειρήσεων που μπορούν να φτάσουν σε αποτιμήσεις άνω του 1 δισ. δολαρίων.
Την ίδια στιγμή, οι επενδυτές επισημαίνουν ότι η επόμενη γενιά ελληνικών startups φαίνεται περισσότερο ώριμη σε σχέση με το παρελθόν. Οι ιδρυτές σχεδιάζουν εξαρχής προϊόντα για διεθνείς αγορές, αξιοποιούν την εμπειρία στελεχών που έχουν εργαστεί σε μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες τεχνολογίας και εμφανίζονται περισσότερο εξοικειωμένοι με τις απαιτήσεις των ξένων επενδυτικών κεφαλαίων.