THE BULLET POINT "PREVIEW"
Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εισάγει κριτήρια ευρωπαϊκής προέλευσης και χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος σε δημόσιες προμήθειες, κρατικές ενισχύσεις και άλλες μορφές δημόσιας στήριξης σε στρατηγικούς κλάδους.
Στα ηλεκτρικά οχήματα που αποκτώνται μέσω δημόσιων προμηθειών, το αρχικό σχέδιο απαιτεί συναρμολόγηση στην ΕΕ και τουλάχιστον 70% ευρωπαϊκή προέλευση στα εξαρτήματα, εξαιρουμένης της μπαταρίας.
Μεγάλες ξένες επενδύσεις άνω των 100 εκατ. ευρώ σε συγκεκριμένους στρατηγικούς κλάδους μπορούν να υπαχθούν σε όρους για ευρωπαϊκή συμμετοχή, απασχόληση, τεχνολογία και τοπική προστιθέμενη αξία.
Η Ευρώπη αλλάζει τους κανόνες. Δεν αρκεί πια να είσαι ο φθηνότερος. Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή αγορά στηρίχθηκε στην ιδέα ότι ο ανταγωνισμός θα έφερνε το καλύτερο προϊόν στην καλύτερη τιμή, ανεξάρτητα από το πού κατασκευάστηκε. Το Industrial Accelerator Act -δηλαδή η ευρωπαϊκή πρόταση για επιτάχυνση της βιομηχανικής παραγωγής και της απανθρακοποίησης σε στρατηγικούς κλάδους- αλλάζει σταδιακά αυτή τη λογική.
Η προέλευση, το ανθρακικό αποτύπωμα και το πόση οικονομική αξία παραμένει μέσα στην Ευρώπη μπαίνουν πλέον στην ίδια εξίσωση με την τιμή. Το «Made in EU» δεν είναι ακόμη νέος νόμος ούτε ένα απλό αυτοκόλλητο προέλευσης. Είναι η αρχή μιας πολύ διαφορετικής βιομηχανικής πολιτικής.
Η τιμή δεν είναι πια η μόνη μεταβλητή
Η αλλαγή ξεκινά από κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα πρόγραμμα επιδοτήσεων. Τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δαπανούν περισσότερα από 2 τρισ. ευρώ τον χρόνο μέσω δημόσιων προμηθειών, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 14% της οικονομικής παραγωγής της ΕΕ. Η λογική του Industrial Accelerator Act είναι να χρησιμοποιηθεί ένα μέρος αυτής της τεράστιας αγοραστικής δύναμης όχι μόνο για να αποκτά το Δημόσιο προϊόντα στην καλύτερη δυνατή σχέση κόστους και ποιότητας, αλλά και για να δημιουργεί ζήτηση για παραγωγή που βρίσκεται μέσα στην Ευρώπη ή έχει χαμηλότερο ανθρακικό αποτύπωμα.
Η πρόταση καλύπτει στρατηγικούς τομείς όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο, το τσιμέντο, τα ηλεκτρικά οχήματα, οι μπαταρίες, τα φωτοβολταϊκά, η αιολική ενέργεια, το υδρογόνο και ορισμένες πυρηνικές τεχνολογίες. Στην περίπτωση των ηλεκτρικών οχημάτων, για παράδειγμα, η αρχική πρόταση προβλέπει ότι όσα αγοράζονται μέσω συγκεκριμένων δημόσιων προμηθειών θα πρέπει να συναρμολογούνται στην Ένωση και τουλάχιστον το 70% της αξίας των εξαρτημάτων τους, χωρίς να υπολογίζεται η μπαταρία, να προέρχεται από την ΕΕ. Στο αλουμίνιο, το πλαίσιο συνδυάζει ευρωπαϊκή προέλευση με χαμηλό ανθρακικό αποτύπωμα, ενώ στον χάλυβα η έμφαση της αρχικής πρότασης δίνεται περισσότερο στον τρόπο παραγωγής παρά στην ευρωπαϊκή προέλευση.
Αυτό είναι και το σημείο όπου η συζήτηση γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρουσα από ένα σύνθημα τύπου «αγοράζουμε ευρωπαϊκά». Η Επιτροπή δεν προτείνει έναν οριζόντιο αποκλεισμό των προϊόντων τρίτων χωρών, ούτε έναν ενιαίο κανόνα για όλες τις βιομηχανίες. Τα κριτήρια διαφοροποιούνται ανά κλάδο, υπάρχουν εξαιρέσεις όταν δεν υπάρχει επαρκής ευρωπαϊκή προσφορά ή όταν η αλλαγή προμηθευτή αυξάνει υπερβολικά το κόστος, ενώ χώρες εκτός ΕΕ μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να αποκτήσουν ισοδύναμη μεταχείριση εφόσον υπάρχει αμοιβαιότητα στις δημόσιες προμήθειες ή σχετική εμπορική συμφωνία.
Η λογική επομένως δεν είναι να κλείσει η ευρωπαϊκή αγορά. Είναι να πάψει η Ευρώπη να αντιμετωπίζει ως οικονομικά ισοδύναμα δύο προϊόντα μόνο και μόνο επειδή έχουν την ίδια τιμή, όταν το ένα παράγεται μέσα σε μια ευρωπαϊκή βιομηχανική αλυσίδα και το άλλο εισάγεται από μια χώρα που έχει αποκτήσει δεσπόζουσα θέση σε μια κρίσιμη τεχνολογία.
Το εργοστάσιο δεν αρκεί αν όλα τα υπόλοιπα έρχονται απ’έξω
Ακόμη πιο αποκαλυπτικός είναι ο τρόπος με τον οποίο η Ευρώπη επιχειρεί να αλλάξει τη σχέση της με τις μεγάλες ξένες επενδύσεις. Το μήνυμα δεν είναι ότι τα ξένα κεφάλαια δεν είναι επιθυμητά, το αντίθετο. Η Επιτροπή δηλώνει ότι θέλει να διατηρήσει την ΕΕ ανοιχτή στις άμεσες ξένες επενδύσεις, αλλά θέλει μεγαλύτερο μέρος της πραγματικής αξίας τους να παραμένει στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Η πρόταση προβλέπει ειδικό έλεγχο για επενδύσεις άνω των 100 εκατ. ευρώ σε μπαταρίες, ηλεκτρικά και υβριδικά οχήματα, φωτοβολταϊκά και κρίσιμες πρώτες ύλες όταν η χώρα προέλευσης του επενδυτή ελέγχει πάνω από το 40% της παγκόσμιας παραγωγικής ικανότητας στον αντίστοιχο τομέα. Μεταξύ των κριτηρίων που μπορούν να τεθούν είναι η συμμετοχή ευρωπαϊκών εταίρων, η μεταφορά τεχνολογίας και τεχνογνωσίας, η ενσωμάτωση της επένδυσης στις ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας και η απασχόληση εργαζομένων από την ΕΕ. Η πρόταση αναφέρει συγκεκριμένα ότι τουλάχιστον το 50% του εργατικού δυναμικού που απασχολείται στην επένδυση θα πρέπει να αποτελείται από εργαζομένους της Ένωσης, εφόσον το σχετικό κριτήριο χρησιμοποιείται για την έγκρισή της.
Εδώ βρίσκεται ίσως η βαθύτερη αλλαγή. Μέχρι σήμερα, μια επένδυση μπορούσε να θεωρηθεί ευρωπαϊκή επιτυχία επειδή ένα εργοστάσιο χτίστηκε στην Ευρώπη και δημιούργησε κάποιες θέσεις εργασίας, ακόμη κι αν μεγάλο μέρος των εξαρτημάτων, της τεχνολογίας, της πνευματικής ιδιοκτησίας και των βασικών προμηθευτών παρέμενε εκτός Ευρώπης.
Το νέο σκεπτικό ρωτά κάτι διαφορετικό: πόσο από την πραγματική οικονομική δραστηριότητα που δημιουργεί αυτή η επένδυση μένει εδώ; Δεν είναι τυχαίο ότι η πρόταση αφορά κλάδους στους οποίους η παραγωγή έχει συγκεντρωθεί έντονα εκτός Ευρώπης. Σύμφωνα με το ίδιο το κείμενο της Επιτροπής, η Κίνα αντιπροσωπεύει πάνω από το 80% της παγκόσμιας παραγωγικής ικανότητας τόσο στις μπαταρίες όσο και στις φωτοβολταϊκές τεχνολογίες. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη δεν προσπαθεί απλώς να προσελκύσει ξένα εργοστάσια. Προσπαθεί να αποφύγει ένα μοντέλο στο οποίο η τελική συναρμολόγηση γίνεται μέσα στην Ένωση αλλά τα πιο πολύτιμα κομμάτια της αλυσίδας εξακολουθούν να βρίσκονται αλλού.
Τ0 «MADE IN EU» έχει και τιμή
Η επιλογή αυτή όμως δεν είναι δωρεάν. Εάν περιορίσεις τις διαθέσιμες πηγές προμήθειας ή απαιτήσεις μεγαλύτερο ποσοστό ευρωπαϊκού περιεχομένου, είναι πιθανό σε ορισμένες περιπτώσεις να αυξηθεί το κόστος ή να δυσκολέψει η προμήθεια προϊόντων που σήμερα βασίζονται σε παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Γι’ αυτό και το σχέδιο έχει ήδη ανοίξει σοβαρή συζήτηση ανάμεσα στα κράτη-μέλη.
Η Γαλλία πιέζει για αυστηρότερη ευρωπαϊκή προτίμηση, ενώ η Σουηδία και η Τσεχία έχουν εκφράσει φόβους ότι πολύ αυστηροί κανόνες μπορούν να αυξήσουν τις τιμές και να αποθαρρύνουν επενδύσεις. Η Γερμανία έχει κινηθεί πιο επιφυλακτικά, ενώ οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες ανησυχούν ιδιαίτερα για το πώς μπορούν να εφαρμοστούν κανόνες προέλευσης σε οχήματα που αποτελούνται από χιλιάδες εξαρτήματα και έχουν αλυσίδες προμηθευτών απλωμένες σε ολόκληρο τον κόσμο. Το ίδιο το σχέδιο της Επιτροπής προβλέπει εξαιρέσεις όταν τα απαιτούμενα προϊόντα δεν είναι διαθέσιμα ή όταν το κόστος αυξάνεται σημαντικά, αναγνωρίζοντας στην πράξη ότι η προσπάθεια επαναβιομηχάνισης έχει οικονομικό τίμημα.
Αυτό όμως είναι ακριβώς το πολιτικό και επιχειρηματικό ερώτημα που η Ευρώπη αρχίζει να απαντά διαφορετικά. Το φθηνότερο προϊόν στο τιμολόγιο δεν είναι υποχρεωτικά το φθηνότερο προϊόν για μια οικονομία, εάν η χαμηλή τιμή συνοδεύεται από απώλεια παραγωγικής ικανότητας, τεχνογνωσίας και στρατηγικής αυτονομίας. Από την άλλη, η προτίμηση στην ευρωπαϊκή παραγωγή δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε καλή οικονομική πολιτική απλώς επειδή είναι ευρωπαϊκή: εάν οι κανόνες προστατεύσουν μη ανταγωνιστικές επιχειρήσεις χωρίς να δημιουργήσουν μεγαλύτερη παραγωγικότητα, τεχνολογία ή νέα επένδυση, το κόστος θα μεταφερθεί τελικά στις επιχειρήσεις, στους φορολογουμένους και στους καταναλωτές. Η πραγματική δοκιμασία του Industrial Accelerator Act δεν θα είναι επομένως αν μπορεί να κάνει περισσότερα προϊόντα να γράφουν «Made in EU». Θα είναι αν μπορεί να χρησιμοποιήσει την ευρωπαϊκή ζήτηση για να δημιουργήσει βιομηχανίες που θα μπορούν κάποτε να ανταγωνιστούν χωρίς να χρειάζονται μόνιμη προστασία.
Για την Ελλάδα, αυτή η μετατόπιση έχει μεγαλύτερη σημασία από όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά. Μια μικρότερη οικονομία δύσκολα μπορεί να δημιουργήσει από μόνη της ολόκληρη βιομηχανική αλυσίδα ηλεκτρικών αυτοκινήτων ή μπαταριών, μπορεί όμως να αποκτήσει μεγαλύτερη αξία ως μέρος μιας ευρωπαϊκής αλυσίδας παραγωγής. Εάν η προέλευση των εξαρτημάτων και το ανθρακικό αποτύπωμα αρχίσουν να επηρεάζουν συστηματικά τις δημόσιες προμήθειες και τις επιδοτήσεις, τότε βιομηχανίες που παράγουν εντός ΕΕ, επενδύουν σε χαμηλότερες εκπομπές ή μπορούν να γίνουν προμηθευτές μεγαλύτερων ευρωπαϊκών ομίλων αποκτούν διαφορετική θέση. Ταυτόχρονα, επιχειρήσεις που βασίζονται σε φθηνά εισαγόμενα εξαρτήματα θα πρέπει να γνωρίζουν πολύ πιο αναλυτικά από πού προέρχεται κάθε κρίσιμο κομμάτι του προϊόντος τους. Στον επόμενο κύκλο της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής δεν θα αρκεί να είσαι εταιρεία εγκατεστημένη στην Ευρώπη. Θα έχει σημασία πόσο ευρωπαϊκό είναι πραγματικά αυτό που πουλάς.
Το Industrial Accelerator Act παραμένει νομοθετική πρόταση. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη-μέλη πρέπει να συμφωνήσουν στο τελικό κείμενο και ήδη υπάρχουν διαφορετικές θέσεις για το πόσο αυστηρή πρέπει να είναι η ευρωπαϊκή προτίμηση. Τον Σεπτέμβριο του 2026 οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη και η τελική έγκριση αναμένεται αργότερα, επομένως συγκεκριμένα ποσοστά και προϋποθέσεις μπορούν ακόμη να αλλάξουν.
Η κατεύθυνση όμως δύσκολα παρερμηνεύεται: μετά από δεκαετίες στις οποίες η παγκοσμιοποίηση έκανε την προέλευση του προϊόντος σχεδόν δευτερεύουσα, η Ευρώπη αρχίζει να την ξαναβάζει μέσα στην οικονομική εξίσωση. Και ίσως η πιο σημαντική αλλαγή δεν είναι ότι θα πληρώνει περισσότερο για κάτι ευρωπαϊκό. Είναι ότι αρχίζει να υπολογίζει πόσο μπορεί να της κοστίσει το να μην μπορεί πλέον να το παράγει.

GOOD TO KNOW
Η συζήτηση για το «Made in EU» δεν ξεκίνησε επειδή η ευρωπαϊκή βιομηχανία βρίσκεται απλώς σε μια κακή συγκυρία. Σύμφωνα με έγγραφο του Συμβουλίου της ΕΕ, η μεταποίηση αντιπροσώπευε το 14,3% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ το 2024, από 17,4% το 2000, ενώ η παραγωγή των ενεργοβόρων βιομηχανιών έχει μειωθεί σχεδόν κατά 20% από το 2019. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εξάρτηση στις καθαρές τεχνολογίες: η ΕΕ εισάγει περίπου το 94% της ζήτησής της για φωτοβολταϊκά πλαίσια και κυψέλες από την Κίνα. Το Industrial Accelerator Act είναι, σε μεγάλο βαθμό, η προσπάθεια να αποτραπεί η πράσινη μετάβαση από το να εξελιχθεί ταυτόχρονα σε βιομηχανική έξοδο από την Ευρώπη.
Το Industrial Accelerator Act είναι η νέα πρόταση κανονισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ενίσχυση της βιομηχανικής παραγωγής και της απανθρακοποίησης σε στρατηγικούς κλάδους της ΕΕ. Παρουσιάστηκε στις 4 Μαρτίου 2026 και βασικός του στόχος είναι να αυξήσει τη ζήτηση για προϊόντα και τεχνολογίες που είτε παράγονται στην Ευρώπη είτε έχουν χαμηλότερο ανθρακικό αποτύπωμα.
Στην πράξη, επιχειρεί να χρησιμοποιήσει δημόσιες προμήθειες, κρατικές ενισχύσεις και άλλες μορφές δημόσιας στήριξης ώστε να ευνοούνται περισσότερο ευρωπαϊκές και καθαρότερες βιομηχανικές αλυσίδες, ενώ παράλληλα βάζει όρους σε ορισμένες μεγάλες ξένες επενδύσεις ώστε μεγαλύτερο μέρος της αξίας, της τεχνογνωσίας και της απασχόλησης να μένει στην ΕΕ. Αφορά κυρίως στρατηγικούς τομείς όπως χάλυβας, αλουμίνιο, τσιμέντο, μπαταρίες, ηλεκτρικά οχήματα, φωτοβολταϊκά και άλλες καθαρές τεχνολογίες.