Η γενιά που δουλεύει αλλά δεν μπορεί να φύγει από το πατρικό της

Η γενιά που δουλεύει αλλά δεν μπορεί να φύγει από το πατρικό της

THE BULLET POINT "PREVIEW"

Στην Ελλάδα, οι νέοι αποχωρούσαν από το πατρικό τους κατά μέσο όρο στα 30,9 χρόνια το 2025, έναντι 26,3 ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το κόστος στέγασης στην Ελλάδα απορροφούσε το 36% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών το 2024, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ.

Η παρατεταμένη συγκατοίκηση με τους γονείς δεν επηρεάζει μόνο την προσωπική ανεξαρτησία, αλλά και την κατανάλωση, τη γεωγραφική κινητικότητα και τις αποφάσεις δημιουργίας οικογένειας.

6 MIN READ

Για τους νέους η εργασία δεν οδηγεί απαραίτητα στην οικονομική ανεξαρτησία. Η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ εκείνων όπου η αποχώρηση από την οικογενειακή κατοικία γίνεται σε μεγαλύτερη ηλικία στην Ευρώπη, ενώ το κόστος στέγασης απορροφά δυσανάλογα μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος. Πίσω από αυτή την πραγματικότητα κρύβεται μια βαθύτερη αλλαγή: η ενηλικίωση εξαρτάται πλέον όλο και περισσότερο από την οικονομική δυνατότητα της οικογένειας.

Υπήρχε μια εποχή που η πρώτη δουλειά, ακόμη και με έναν μέτριο μισθό, σήμαινε την αρχή μιας διαφορετικής ζωής. Ένα μικρό διαμέρισμα, έπιπλα αγορασμένα σταδιακά, λογαριασμοί που έπρεπε να πληρωθούν και η αίσθηση ότι η οικονομική ανεξαρτησία είχε αρχίσει.

Σήμερα, για πολλούς νέους στην Ελλάδα, αυτή η διαδρομή δεν είναι τόσο αυτονόητη. Μπορεί να έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους, να εργάζονται κανονικά, ακόμη και να έχουν συμπληρώσει αρκετά χρόνια επαγγελματικής εμπειρίας, αλλά να εξακολουθούν να ζουν στο παιδικό τους δωμάτιο. Όχι απαραίτητα επειδή δεν θέλουν να φύγουν, αλλά επειδή η δημιουργία ενός αυτόνομου νοικοκυριού απαιτεί χρήματα που η εργασία τους δεν εξασφαλίζει.

Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το 2025 οι νέοι στην Ελλάδα αποχωρούσαν από την οικογενειακή κατοικία σε εκτιμώμενη μέση ηλικία 30,9 ετών, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 26,3 έτη. Η Ελλάδα βρισκόταν μαζί με την Κροατία και τη Σλοβακία στις χώρες με τη μεγαλύτερη ηλικία αποχώρησης, ενώ στη Φινλανδία η αντίστοιχη ηλικία ήταν μόλις 21,4 έτη.

Η διαφορά δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι οι νέοι Έλληνες έχουν λιγότερη διάθεση για ανεξαρτησία. Δείχνει όμως πόσο διαφορετικές είναι οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται να την αποκτήσουν.

Όταν ο μισθός δεν αρκεί για ένα σπίτι

Το βασικό πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι τα ενοίκια αυξήθηκαν. Είναι η σχέση ανάμεσα στο κόστος ενός σπιτιού και στα χρήματα που απομένουν για όλες τις υπόλοιπες ανάγκες. Ένας εργαζόμενος που αναζητά την πρώτη του κατοικία δεν υπολογίζει μόνο το μηνιαίο μίσθωμα, αλλά και την εγγύηση, τα έξοδα μετακόμισης, τον εξοπλισμό, την ενέργεια, τη θέρμανση, το νερό και τις καθημερινές μετακινήσεις. Η απόφαση να φύγει από το πατρικό δεν είναι επομένως μια απλή σύγκριση μισθού και ενοικίου. Είναι ένας υπολογισμός για το εάν μπορεί να καλύπτει τα αναγκαία έξοδα χωρίς να βρίσκεται μονίμως στο όριο.

Σύμφωνα με την έκδοση Housing in Europe 2025 της Eurostat, το 2024 τα νοικοκυριά στην Ελλάδα διέθεταν κατά μέσο όρο το 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, έναντι 19% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα είχε τη μεγαλύτερη σχετική επιβάρυνση μεταξύ των κρατών-μελών, ενώ ακόμη και σε χώρες με υψηλό κόστος ζωής, όπως η Γερμανία και η Σουηδία, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 25%.

Πρόκειται για στοιχεία που αφορούν το σύνολο των νοικοκυριών και όχι αποκλειστικά τους νέους ή τους ενοικιαστές, αποτυπώνουν όμως το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις ανεξαρτητοποίησης.

Η παραμονή στο πατρικό λειτουργεί έτσι ως μηχανισμός προστασίας από το υψηλό κόστος ζωής. Η οικογένεια προσφέρει στέγη, συχνά χωρίς ενοίκιο και με επιμερισμό άλλων εξόδων, επιτρέποντας στον νέο εργαζόμενο να αποταμιεύσει, να αναζητήσει καλύτερη δουλειά ή απλώς να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του. Πρόκειται για μια ουσιαστική οικονομική συνεισφορά, η οποία όμως σπανίως εμφανίζεται ως τέτοια στις συζητήσεις για τους μισθούς και το επίπεδο διαβίωσης.

Η οικογένεια ως άτυπο σύστημα κοινωνικής προστασίας

Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες της νότιας Ευρώπης, η οικογένεια διαδραματίζει παραδοσιακά σημαντικό ρόλο στην οικονομική υποστήριξη των νεότερων μελών της. Αυτή η παράδοση μπορεί να προσφέρει ασφάλεια, αλλά αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο όταν η συγκατοίκηση μετατρέπεται από επιλογή σε αναγκαιότητα. Ο νέος που μένει με τους γονείς του μπορεί να διαθέτει περισσότερα χρήματα για προσωπικές δαπάνες από κάποιον που πληρώνει μόνος του ενοίκιο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει μεγαλύτερη πραγματική οικονομική αυτονομία.

Δημιουργείται μάλιστα μια νέα μορφή ανισότητας ανάμεσα σε ανθρώπους με παρόμοια εισοδήματα. Εκείνος που μπορεί να παραμείνει στην οικογενειακή κατοικία ή να χρησιμοποιήσει ένα διαμέρισμα που ανήκει στους γονείς του ξεκινά με σημαντικό πλεονέκτημα. Αντίθετα, ένας νέος που πρέπει να μετακινηθεί σε άλλη πόλη για εργασία, ή δεν διαθέτει οικογενειακή υποστήριξη, καλείται να απορροφήσει εξ ολοκλήρου το κόστος της ανεξαρτησίας. Έτσι, η περιουσιακή κατάσταση της προηγούμενης γενιάς μπορεί να καθορίζει ολοένα περισσότερο τις επιλογές της επόμενης.

Η ίδια πραγματικότητα επηρεάζει και την αγορά εργασίας. Όταν μια καλύτερη επαγγελματική ευκαιρία βρίσκεται μακριά από το οικογενειακό σπίτι, ο υποψήφιος εργαζόμενος πρέπει να υπολογίσει αν η αύξηση του μισθού δικαιολογεί το πρόσθετο κόστος μιας δεύτερης κατοικίας. Μια θέση εργασίας μπορεί να φαίνεται ελκυστική στα χαρτιά, αλλά να αποδεικνύεται οικονομικά ασύμφορη όταν συνυπολογιστούν η στέγαση και οι μετακινήσεις.

Η οικονομία που δεν δημιουργείται

Η καθυστερημένη δημιουργία αυτόνομων νοικοκυριών έχει συνέπειες που ξεπερνούν το προσωπικό επίπεδο. Κάθε νέο νοικοκυριό δημιουργεί ζήτηση για έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές, είδη σπιτιού, τηλεπικοινωνίες, υπηρεσίες συντήρησης και πολλές ακόμη κατηγορίες προϊόντων. Όταν η ανεξαρτητοποίηση μετατίθεται χρονικά, μέρος αυτής της ζήτησης μετατίθεται επίσης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η παραμονή στο πατρικό μειώνει αυτομάτως τη συνολική κατανάλωση, αφού οι νέοι μπορεί να διαθέτουν περισσότερα χρήματα για άλλες αγορές. Αλλάζει όμως τη σύνθεσή της και τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται συγκεκριμένες αγορές.

Παράλληλα, η δυνατότητα δημιουργίας προσωπικού χώρου επηρεάζει αποφάσεις που δεν μπορούν να αποτιμηθούν μόνο οικονομικά. Η συμβίωση με έναν σύντροφο, η απόκτηση παιδιού, η αλλαγή πόλης και η αναζήτηση μιας πιο ανεξάρτητης καθημερινότητας συνδέονται με τη δυνατότητα εξασφάλισης σταθερής κατοικίας. Δεν υπάρχει ένας μόνο οικονομικός παράγοντας που να εξηγεί τις δημογραφικές επιλογές, ωστόσο η δυσκολία στέγασης προσθέτει ένα εμπόδιο σε αποφάσεις που ούτως ή άλλως απαιτούν ασφάλεια και προγραμματισμό.

Η ανεξαρτησία ως οικονομικό αγαθό

Η αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος δεν μπορεί να περιορίζεται σε προσωρινές ενισχύσεις των ενοικιαστών. Η διαθεσιμότητα κατοικιών, η αξιοποίηση του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος, η σταθερότητα του εισοδήματος και η σύνδεση της στέγασης με την απασχόληση αποτελούν διαφορετικές πλευρές της ίδιας εξίσωσης. Περισσότερες κατοικίες χωρίς επαρκείς μισθούς δεν λύνουν απαραίτητα το πρόβλημα, όπως και υψηλότεροι μισθοί χωρίς επαρκή προσφορά κατοικίας μπορεί να απορροφηθούν από νέες αυξήσεις ενοικίων.

Για τις επιχειρήσεις, υπάρχει επίσης ένα ερώτημα που δεν αφορά μόνο τις αποδοχές, αλλά και το πραγματικό κόστος ζωής των εργαζομένων τους. Η δυνατότητα προσέλκυσης ανθρώπων σε περιοχές με ακριβή κατοικία εξαρτάται όλο και περισσότερο από το αν η θέση εργασίας επιτρέπει μια βιώσιμη καθημερινότητα. Ένας μισθός δεν έχει την ίδια αγοραστική δύναμη παντού, ακόμη και μέσα στην ίδια χώρα.

Η μεγαλύτερη αλλαγή, τελικά, είναι ότι η οικονομική ανεξαρτησία έχει πάψει να αποτελεί αυτονόητη συνέπεια της επαγγελματικής ένταξης. Για πολλούς νέους, η εργασία είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκής προϋπόθεση για να αποκτήσουν δικό τους σπίτι.

Και όταν μια κοινωνία φτάνει στο σημείο να θεωρεί φυσιολογικό ότι κάποιος μπορεί να εργάζεται επί χρόνια χωρίς να μπορεί να ζήσει μόνος του, το ερώτημα δεν είναι γιατί οι νέοι καθυστερούν να ενηλικιωθούν. Είναι γιατί η οικονομία καθυστερεί να τους δώσει τη δυνατότητα.

 

GOOD TO KNOW

Η ηλικία αποχώρησης από το πατρικό δεν είναι η ηλικία αγοράς πρώτης κατοικίας. Ο δείκτης της Eurostat εκτιμά την ηλικία στην οποία το 50% του πληθυσμού δεν ζει πλέον με τους γονείς του και δεν απαιτεί να έχει αποκτηθεί ιδιόκτητο σπίτι.

Περιλαμβάνει επομένως όσους μετακομίζουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία, συγκατοικούν με σύντροφο ή δημιουργούν με άλλον τρόπο ανεξάρτητο νοικοκυριό. Η διάκριση είναι σημαντική, επειδή ένας νέος μπορεί να έχει εγκαταλείψει την οικογενειακή κατοικία χωρίς να διαθέτει περιουσία, ενώ κάποιος άλλος μπορεί να παραμένει στο πατρικό παρότι εργάζεται και έχει εισόδημα.

Συνδεθείτε εδώ
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.
THETOTALBUSINESS
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.