Santo Wines: Από την αγροτική Σαντορίνη του 1911 στον οινοτουρισμό και τη μεγάλη κρίση του αμπελώνα

Santo Wines: Από την αγροτική Σαντορίνη του 1911 στον οινοτουρισμό και τη μεγάλη κρίση του αμπελώνα
8 MIN READ

Πολύ πριν η Σαντορίνη γίνει ένας από τους διασημότερους τουριστικούς προορισμούς στον κόσμο, η οικονομία της στηριζόταν στα αμπέλια, στην τομάτα και στη φάβα. Σε αυτή την εποχή βρίσκονται οι ρίζες της Ένωσης Συνεταιρισμών Θηραϊκών Προϊόντων, της σημερινής Santo Wines, που εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα συνδέεται με την παραγωγική ιστορία του νησιού.

Από την ίδρυση του Ταμείου Αμύνης Οινοπαραγωγής Θήρας το 1911 έως τη δημιουργία ενός από τους πιο αναγνωρίσιμους οινοτουριστικούς προορισμούς της Ελλάδας, ο Συνεταιρισμός ακολούθησε όλες τις μεταμορφώσεις της τοπικής οικονομίας. Σήμερα, ωστόσο, βρίσκεται μπροστά σε μια μεγάλη αντίφαση, καθώς ο τουρισμός δημιουργεί σημαντικά έσοδα, την ώρα που η παραγωγή σταφυλιών στη Σαντορίνη συρρικνώνεται με ανησυχητικούς ρυθμούς.

Για να κατανοήσει κανείς την πορεία της Santo Wines, πρέπει να επιστρέψει στη Σαντορίνη των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Σε ένα νησί όπου οι κάτοικοι ζούσαν σε μεγάλο βαθμό από τη γη, καλλιεργώντας τον ιδιαίτερο ηφαιστειακό αμπελώνα και παράγοντας προϊόντα που αργότερα θα αποκτούσαν διεθνή αναγνώριση.

Το 1911 δημιουργήθηκε το Ταμείο Αμύνης Οινοπαραγωγής Θήρας, με σκοπό την προστασία της τοπικής οινοπαραγωγής και την υποστήριξη των καλλιεργητών. Ήταν η απαρχή μιας συλλογικής προσπάθειας που επρόκειτο να αποκτήσει πιο οργανωμένη μορφή τις επόμενες δεκαετίες. Το 1947 ιδρύθηκε η Ένωση Συνεταιρισμών Θηραϊκών Προϊόντων, η οποία σταδιακά ανέλαβε κεντρικό ρόλο στη συγκέντρωση, μεταποίηση και εμπορία των αγροτικών προϊόντων του νησιού.

Η σημασία της δεν περιοριζόταν στο κρασί. Η Σαντορίνη διέθετε τότε μία διαφορετική παραγωγική ταυτότητα από τη σημερινή, με την τομάτα να αποτελεί εξίσου σημαντικό προϊόν για την τοπική οικονομία. Το 1952 ο Συνεταιρισμός δημιούργησε εργοστάσιο επεξεργασίας τομάτας στον Μονόλιθο, επιχειρώντας να οργανώσει τη μεταποίηση ενός προϊόντος που αποτελούσε βασικό στοιχείο της θηραϊκής γεωργίας. Η συγκεκριμένη δραστηριότητα συνεχίζεται μέχρι σήμερα, με τη Santo να διατηρεί παρουσία στην παραγωγή και εμπορία παραδοσιακών προϊόντων, μεταξύ των οποίων η τομάτα και η φάβα Σαντορίνης.

Από το Ασύρτικο και το Νυχτέρι στο σύγχρονο οινοποιείο του Πύργου

Η επόμενη μεγάλη περίοδος ανάπτυξης συνδέθηκε με τη σταδιακή αναγνώριση της ποιότητας των κρασιών της Σαντορίνης. Το 1971 αποτέλεσε χρονιά ορόσημο για την τοπική οινοπαραγωγή, με την αναγνώριση του Ασύρτικου Σαντορίνης και του Νυχτεριού ως οίνων ονομασίας προέλευσης ανώτερης ποιότητας.

Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των κρασιών του νησιού οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στο ηφαιστειακό έδαφος, στις κλιματικές συνθήκες και στις παραδοσιακές μεθόδους καλλιέργειας.

Χαρακτηριστική είναι η περίφημη κουλούρα, η τεχνική με την οποία οι αμπελουργοί διαμορφώνουν τα κλήματα κοντά στο έδαφος, δημιουργώντας ένα φυσικό προστατευτικό περίβλημα για τα σταφύλια απέναντι στους δυνατούς ανέμους.

Η τεχνική αυτή αποτελεί ένα από τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του σαντορινιού αμπελώνα, ο οποίος θεωρείται από τους πιο ξεχωριστούς της Ευρώπης.

Το 1985 η Ένωση προχώρησε στην εμφιάλωση του πρώτου κρασιού της συγκεκριμένης κατηγορίας, ενισχύοντας την εμπορική ταυτότητα των τοπικών ποικιλιών.

Η μεγάλη αλλαγή ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν αποφασίστηκε η δημιουργία ενός νέου, σύγχρονου οινοποιείου στον Πύργο. Το 1993 ξεκίνησε η λειτουργία του συγκροτήματος, σε μια προνομιακή τοποθεσία με πανοραμική θέα στην Καλντέρα. Η επένδυση αυτή έμελλε να μεταμορφώσει σταδιακά τον χαρακτήρα της επιχείρησης. Το οινοποιείο δεν δημιουργήθηκε μόνο για να εξυπηρετεί τις ανάγκες παραγωγής και εμφιάλωσης. Συνδυάστηκε με την ανάπτυξη του Κέντρου Προβολής Οίνων Σαντορίνης, το οποίο αποτέλεσε τη βάση για τη δημιουργία μιας οργανωμένης οινοτουριστικής δραστηριότητας.

Σε μία περίοδο κατά την οποία ο τουρισμός της Σαντορίνης αναπτυσσόταν με ιδιαίτερα γρήγορους ρυθμούς, ο Συνεταιρισμός αναγνώρισε τη δυνατότητα να φέρει τους επισκέπτες σε άμεση επαφή με τα προϊόντα του νησιού. Το κρασί άρχισε να αποκτά έναν διπλό ρόλο. Παρέμενε αγροτικό και μεταποιημένο προϊόν, αλλά ταυτόχρονα γινόταν μέρος της τουριστικής εμπειρίας.

Οι εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες και η δεύτερη οικονομική δραστηριότητα

Σήμερα, η Santo Wines αποτελεί έναν από τους πιο γνωστούς οινοτουριστικούς προορισμούς της Σαντορίνης. Το συγκρότημα του Πύργου συγκεντρώνει κάθε χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να γνωρίσουν την ιστορία της τοπικής αμπελουργίας, να δοκιμάσουν τις γηγενείς ποικιλίες και να αγοράσουν κρασιά και παραδοσιακά προϊόντα.

Στις εγκαταστάσεις λειτουργούν οργανωμένοι χώροι γευσιγνωσίας, εστίασης και πώλησης προϊόντων, ενώ προσφέρονται υπηρεσίες φιλοξενίας και διοργάνωσης εκδηλώσεων. Με αυτόν τον τρόπο, η Santo Wines δεν περιορίζεται στην παραγωγή κρασιού που στη συνέχεια διατίθεται μέσω χονδρεμπόρων, καταστημάτων λιανικής και εστιατορίων. Αντιθέτως, ένα σημαντικό μέρος της εμπορικής της δραστηριότητας συνδέεται με την απευθείας εξυπηρέτηση των επισκεπτών.

Ο τουρίστας που επισκέπτεται το οινοποιείο μπορεί να πληρώσει για μία γευσιγνωσία, να γευματίσει στις εγκαταστάσεις και να αγοράσει προϊόντα, δημιουργώντας περισσότερες από μία πηγές εσόδων για την επιχείρηση.

Πρόκειται για ένα μοντέλο που διαφοροποιείται από την παραδοσιακή λειτουργία ενός αγροτικού συνεταιρισμού. Η γεωγραφική θέση του συγκροτήματος αποτελεί σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Η θέα στην Καλντέρα προσδίδει ιδιαίτερη αξία στις υπηρεσίες φιλοξενίας, επιτρέποντας στη Santo Wines να συνδυάζει τη γαστρονομία, τον πολιτισμό και την τοπική παραγωγή.

Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους η οινοτουριστική δραστηριότητα έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για το επιχειρηματικό μοντέλο του Συνεταιρισμού.

Η παραγωγή που περιορίζεται και η απειλή για τον ιστορικό αμπελώνα

Πίσω από τη μεγάλη τουριστική αναγνωρισιμότητα της Santo Wines βρίσκεται ένα ολοένα σοβαρότερο πρόβλημα. Η παραγωγή σταφυλιών στη Σαντορίνη υποχωρεί έντονα τα τελευταία χρόνια, καθώς ο αμπελώνας βρίσκεται αντιμέτωπος με παρατεταμένες περιόδους ανομβρίας, υψηλές θερμοκρασίες και αυξημένο κόστος καλλιέργειας.

Η εικόνα έχει επιδεινωθεί ιδιαίτερα την τελευταία τριετία. Το 2024 καταγράφηκε μία από τις πιο δύσκολες χρονιές για τους αμπελουργούς του νησιού, ενώ το 2025 η συνολική παραγωγή εκτιμήθηκε περίπου στους 450 τόνους, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν από το Κτήμα Σιγάλα.

Ακόμη πιο προβληματική εμφανίζεται η φετινή παραγωγή. Σύμφωνα με την αποτίμηση του τρύγου 2026 που παρουσίασε το Κτήμα Σιγάλα, η συνολική παραγωγή σταφυλιών ΠΟΠ Σαντορίνη εκτιμήθηκε περίπου στους 350 τόνους. Σε σύγκριση με τους 450 τόνους του προηγούμενου έτους, η υποχώρηση προσεγγίζει το 22%.

Πρόκειται για μία εξέλιξη που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν συνυπολογιστεί ότι η παραγωγή είχε ήδη περιοριστεί σημαντικά τα προηγούμενα χρόνια. Η διαθεσιμότητα σταφυλιών αποτελεί πλέον ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα για τις οινοποιητικές επιχειρήσεις του νησιού, καθώς οι μικρές ποσότητες αυξάνουν τον ανταγωνισμό για την προμήθεια πρώτης ύλης.

Ταυτόχρονα, η παραδοσιακή αμπελουργία απαιτεί σημαντική χειρωνακτική εργασία, σε μία αγορά όπου οι δυνατότητες απασχόλησης στον τουρισμό λειτουργούν ανταγωνιστικά προς τις γεωργικές δραστηριότητες. Η τουριστική ανάπτυξη ασκεί επίσης πίεση στην αγροτική γη, λόγω της αυξημένης αξίας των ακινήτων και των εναλλακτικών δυνατοτήτων αξιοποίησής τους.

Το αποτέλεσμα είναι ότι μία δραστηριότητα που επί δεκαετίες αποτέλεσε βασικό στοιχείο της οικονομίας της Σαντορίνης καλείται πλέον να ανταγωνιστεί ένα πολύ πιο αποδοτικό, σε αρκετές περιπτώσεις, μοντέλο εκμετάλλευσης της γης.

Για τον Συνεταιρισμό, η κατάσταση αυτή δημιουργεί μία ουσιαστική αντίφαση.

Η ανάπτυξη του οινοτουρισμού βασίζεται στην ιστορία και στη μοναδικότητα του σαντορινιού κρασιού, όμως η ίδια η παραγωγική του βάση βρίσκεται υπό πίεση.

Και όσο η διαθέσιμη ποσότητα σταφυλιών μειώνεται, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν η διατήρηση των υφιστάμενων αμπελώνων και η οικονομική βιωσιμότητα των παραγωγών.

Η πτώση του τζίρου στα 8,25 εκατ. ευρώ και τα οικονομικά αποτελέσματα του 2025 

Οι προκλήσεις της αγοράς αποτυπώνονται και στις οικονομικές επιδόσεις της Ένωσης Συνεταιρισμών Θηραϊκών Προϊόντων για το 2025. Σύμφωνα με τις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις, ο κύκλος εργασιών περιορίστηκε σε 8,25 εκατ. ευρώ, από 10,62 εκατ. ευρώ το 2024. Η μείωση ανήλθε σε 22,3%, με τον Συνεταιρισμό να καταγράφει απώλεια εσόδων περίπου 2,37 εκατ. ευρώ μέσα σε μία χρήση.

Τα μεικτά κέρδη ανήλθαν σε 4,83 εκατ. ευρώ, από 5,87 εκατ. ευρώ το 2024, παρουσιάζοντας μείωση περίπου 17,8%. Ωστόσο, παρά τη σημαντική κάμψη των πωλήσεων, ο Συνεταιρισμός κατόρθωσε να βελτιώσει την τελική του κερδοφορία.

Τα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν σε 316.562 ευρώ, έναντι 61.500 ευρώ το 2024.

Η βελτίωση αυτή συνδέεται κυρίως με τη μείωση των λειτουργικών δαπανών.

Ειδικότερα, τα έξοδα διάθεσης υποχώρησαν σε 4,55 εκατ. ευρώ, από 6,03 εκατ. ευρώ, ενώ τα έξοδα διοίκησης περιορίστηκαν σε 523.940 ευρώ, από 661.018 ευρώ.

Τα κέρδη προ φόρων ανήλθαν σε 329.255 ευρώ, έναντι 68.518 ευρώ την προηγούμενη χρονιά.

Σημαντική παραμένει και η περιουσιακή βάση του Συνεταιρισμού, με το σύνολο του ενεργητικού να φτάνει τα 18,18 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2025. Στο χαρτοφυλάκιο περιουσιακών στοιχείων περιλαμβάνονται ακίνητα, μηχανολογικός εξοπλισμός και λοιπές εγκαταστάσεις, που συνδέονται τόσο με την παραγωγική δραστηριότητα όσο και με τη λειτουργία του ευρύτερου συγκροτήματος.

Η επόμενη ημέρα για τη Santo Wines

Η σημαντικότερη πρόκληση για τον Συνεταιρισμό δεν είναι αποκλειστικά η ανάκτηση των εσόδων που χάθηκαν το 2025. Είναι η διατήρηση της παραγωγικής δραστηριότητας που αποτέλεσε τη βάση της ιστορίας του.

Η Santo Wines διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα, καθώς έχει δημιουργήσει ένα επιχειρηματικό μοντέλο που συνδυάζει την αγροτική παραγωγή, τη μεταποίηση και τον τουρισμό.

Η δυνατότητα να υποδέχεται εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες και να διαθέτει απευθείας τα προϊόντα της δημιουργεί εναλλακτικές πηγές εσόδων και περιορίζει την εξάρτηση από την παραδοσιακή εμπορία κρασιού. Ωστόσο, η μείωση της παραγωγής σταφυλιών δημιουργεί έναν πιο μακροπρόθεσμο κίνδυνο.

Χωρίς έναν βιώσιμο αμπελώνα, η Σαντορίνη θα μπορούσε σταδιακά να χάσει ένα σημαντικό μέρος της παραγωγικής και πολιτιστικής της ταυτότητας. Η ιστορία της Santo Wines, από το 1911 μέχρι σήμερα, αποτυπώνει ουσιαστικά τη μετάβαση ενός ολόκληρου νησιού από τη γεωργία στον τουρισμό.

Το ζητούμενο πλέον είναι εάν οι δύο αυτές δραστηριότητες μπορούν να συνεχίσουν να συνυπάρχουν, ώστε ο τουρισμός να στηρίζει την παραγωγή και όχι να την υποκαθιστά. Για έναν Συνεταιρισμό που δημιουργήθηκε με σκοπό την προστασία των αμπελουργών της Σαντορίνης, αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο στοίχημα της επόμενης δεκαετίας.

Συνδεθείτε εδώ
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.
THETOTALBUSINESS
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.