THE BULLET POINT "PREVIEW"
Πέντε χώρες συγκεντρώνουν το 75,8% της παγκόσμιας παραγωγής ελαιολάδου, με την Ισπανία πρώτη και την Ελλάδα πέμπτη, με μερίδιο 6,7% του συνόλου.
Τα μεγάλα ισπανικά παραγωγικά σχήματα συγκεντρώνουν τη σοδειά των μελών τους, οργανώνουν την εμπορία και ανταγωνίζονται τους τυποποιητές με δικά τους brands.
Η διεκδίκηση της Deoleo από την Dcoop συνδέει τη συγκέντρωση της παραγωγής με την πρόσβαση σε ισχυρά brands και διεθνή δίκτυα πωλήσεων.
Το ελαιόλαδο αποτελεί μόλις το 1,4% της παγκόσμιας παραγωγής των βασικών φυτικών λιπών και ελαίων. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία για την περασμένη σεζόν (2025–2026), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά την παγκόσμια σοδειά σε 3.429.000 τόνους. Εξ αυτών, η εγχώρια παραγωγή αντιστοιχεί σε 231.000 τόνους, δηλαδή στο 6,7% του συνόλου.
Τα παραπάνω μεγέθη αρκούν για να καταλάβει κανείς ότι ο κόσμος του ελαιολάδου αποτελεί ένα μικρό κλάσμα της διεθνούς αγοράς φυτικών ελαίων. Ακόμη όμως και σε αυτόν τον «μικρόκοσμο», η Ελλάδα συνεχίζει να έχει μονοψήφιο μερίδιο. Ίσως λοιπόν η γνώση της μεγάλης εικόνας να αποτελεί την αφετηρία για να κατανοήσουμε καλύτερα την αγορά και όσα συμβαίνουν γύρω από τις τιμές παραγωγού και καταναλωτή, τις εξαγορές που συντελούνται και την εν εξελίξει διεύρυνση της παραγωγικής βάσης. Τελικά, ποιες χώρες παράγουν, ποιοι συγκεντρώνουν τη σοδειά και ποιοι τοποθετούν το προϊόν στο ράφι;
Πέντε χώρες παράγουν το 75% του ελαιολάδου διεθνώς
Επιστρέφοντας στα στοιχεία της Κομισιόν, που συνδυάζουν νούμερα του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας και των κρατών μελών, βλέπουμε ότι η Ισπανία προηγείται με 1.302.000 τόνους και 38% της παγκόσμιας παραγωγής το 2025/26. Ακολουθούν η Τυνησία με 450.000 τόνους και 13,1%, η Ιταλία με 325.000 και 9,5%, η Τουρκία με 290.000 και 8,5% και, πέμπτη, η Ελλάδα με 231.000 και 6,7%. Περισσότερες από 20 άλλες χώρες μοιράζονται το υπόλοιπο 24,2%.
Η εικόνα αλλάζει ετησίως, με Ελλάδα και Ισπανία να αναμένουν αυξημένη σοδειά το 2026/27. Ωστόσο, στο βασικό σενάριο της Κομισιόν για το 2035, η ισπανική παραγωγή προσεγγίζει τους 1.800.000 τόνους, ενώ η ελληνική υποχωρεί κάτω από τους 180.000. Αποτυπώνεται επίσης η μετάβαση σε πυκνότερες φυτεύσεις και αποδοτικότερα συστήματα, που ευνοούν την Ιβηρική χερσόνησο (Πορτογαλία–Ισπανία), ενώ η συρρίκνωση εκτάσεων και αποδόσεων πιέζει χώρες με ιστορική παράδοση, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία.
Ισπανική η πεντάδα των μεγαλύτερων παραγωγικών σχημάτων
Στην αναζήτηση των μεγαλύτερων συνεταιριστικών παραγωγικών σχημάτων διεθνώς, τα διαθέσιμα στοιχεία μάς οδηγούν σε μια εξ ολοκλήρου ισπανική πεντάδα. Πρόκειται για τις Dcoop, Jaencoop, Almaliva, Oleotoledo και Oleoestepa. Η σύγκριση είναι προσεγγιστική, καθώς οι όμιλοι δημοσιεύουν παραγωγή και εμπορικούς όγκους με διαφορετικά κριτήρια.
Η Dcoop δηλώνει μέση παραγωγή 200.000 τόνων παρθένου ελαιολάδου και τζίρο 723,2 εκατ. ευρώ στον κλάδο το 2025. Η Jaencoop συγκεντρώνει 26.000 παραγωγούς, ενώ η Oleotoledo περισσότερους από 40 συνεταιρισμούς. Η Almaliva έκλεισε την περίοδο 2025/26 με 50.000 τόνους και η Oleoestepa αναφέρει μέση παραγωγική δυνατότητα 40.000 τόνων.
Οι αγρότες είναι μέλη και συνιδιοκτήτες των συνεταιρισμών, τα ελαιοτριβεία παράγουν και αποθηκεύουν και ο όμιλος οργανώνει την κοινή εμπορία. Τα αποθέματα επιτρέπουν πωλήσεις σε όλη τη διάρκεια του έτους. Παράλληλα με το χύμα προς τρίτους, διαθέτουν και δικά τους brands. Οι ίδιοι όμιλοι είναι επομένως προμηθευτές των τυποποιητών και ανταγωνιστές τους στο ράφι.

Η ποικιλία στους τυποποιητές και η μάχη για τη Deoleo
Στο πεδίο της τυποποίησης και εμφιάλωσης, οι Ισπανοί δεν έχουν την απόλυτη πρωτοκαθεδρία. Την πρώτη άτυπη πεντάδα αποτελούν οι ισπανικές Deoleo, Acesur και Migasa, η πορτογαλική Sovena και η ιταλική Salov. Ορισμένοι όμιλοι δραστηριοποιούνται παράλληλα στην ιδιωτική ετικέτα. Η Sovena αποτελεί, κατά δική της δήλωση, τον μεγαλύτερο προμηθευτή ελαιολάδου ιδιωτικής ετικέτας παγκοσμίως.
Η ισχύς των παραπάνω στηρίζεται στη συγκέντρωση εμπορικών σημάτων, στις συμφωνίες με μεγάλες αλυσίδες σε αγορές όπως οι ΗΠΑ και στην πρόσβαση σε ισχυρά δίκτυα διανομής. Ενδεικτικά, το 2025 η Deoleo είχε τζίρο 821 εκατ. ευρώ, η Sovena 1.659 εκατ., η Acesur 1.106 εκατ. και η Salov περίπου 500 εκατ. ευρώ. Η Migasa είχε ανακοινώσει 2.000,4 εκατ. ευρώ για το 2024. Πρόκειται βέβαια για συνολικούς τζίρους ομίλων, που περιλαμβάνουν σπορέλαια και άλλα προϊόντα.
Αυτή η εμπορική ισχύς εξηγεί και το ενδιαφέρον της Dcoop για την εξαγορά της Deoleo, ενός από τους μεγαλύτερους παίκτες του επώνυμου ελαιολάδου. Με brands όπως Bertolli, Carbonell και Carapelli, η Deoleo προσφέρει πρόσβαση σε διεθνή δίκτυα πωλήσεων. Στη διεκδίκηση παραμένουν επίσης η Acesur και η ιταλική Coricelli.
Στην πράξη λοιπόν, η Ισπανία έχει καθοριστικό ρόλο στην παραγωγή και στο εμπόριο ελαιολάδου, χωρίς ο υπόλοιπος κλάδος να είναι έρμαιο των επιχειρηματικών και θεσμικών αποφάσεων που λαμβάνονται στην περιφέρεια της Ανδαλουσίας, την «πρωτεύουσα του ελαιολάδου». Για την Ελλάδα, η οργάνωση και η αποτελεσματικότερη παραγωγή μπορούν, παρά τις διαχρονικές δυσκολίες, να ενισχύσουν την εμπορική της παρουσία στις ξένες αγορές.
GOOD TO KNOW
Παραγωγή 2026/27. Η πρώτη επίσημη ισπανική εκτίμηση προβλέπει 1.602.596 τόνους ελαιολάδου, αύξηση 23%. Για την Ελλάδα, οι πρώτες δημοσιευμένες εκτιμήσεις κινούνται στις 280.000–330.000 τόνους, με βασικό σενάριο τους 300.000.
Οι πρώτες τιμές. Στις 2 Οκτωβρίου οι πρώτοι 55 τόνοι έξτρα παρθένου ελαιολάδου των Αγίων Αποστόλων Λακωνίας πουλήθηκαν σε ιταλική εταιρεία προς 5,95 ευρώ/κιλό, έναντι 7,85 ευρώ/κιλό στην αντίστοιχη περσινή πρώτη πράξη.